ΑΝΤΙΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ Η “ΕΠΙΤΑΧΥΝΣΗ” ΤΟΥ Ν. ΚΑΤΣΕΛΗ. ΣΤΟΧΟΣ ΝΑ ΣΤΕΡΗΣΕΙ ΔΙΚΑΙΗ ΔΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΔΑΝΕΙΟΛΗΠΤΕΣ

Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του ν. 4745/2020 για την επιτάχυνση της εκδίκασης εκκρεμών υποθέσεων του ν. 3869/2010 με την προβλεπόμενη σε αυτόν διαδικασία επιδιώκεται, κατόπιν διαπίστωσης ότι εκκρεμεί η συζήτηση μετά την 1η-1-2021 άνω των 40.000 αιτήσεων, με τη συζήτησή τους να έχει προσδιοριστεί σε πολλές περιπτώσεις σε απώτατο χρόνο, η επιτάχυνση της διαδικασίας συζήτησής τους προκειμένου να εκκαθαρισθούν τα πινάκια, να καθιερωθεί η υποβολή της αίτησης επαναπροσδιορισμού μέσω ηλεκτρονικής πλατφόρμας προς διευκόλυνση των ενδιαφερομένων και εξοικονόμηση δαπανών και να εφαρμοστεί το δικονομικό πρότυπο της νέας τακτικής διαδικασίας του ν. 4335/2015 με την κάμψη της υποχρεωτικής προφορικότητας.

Με τον τρόπο αυτό όμως μετατίθεται στον αιτούντα η ευθύνη διόρθωσης παθογενειών του δικαστικού συστήματος εξαιτίας των οποίων αφενός υφίστανται καθυστερήσεις στην εκδίκαση των αιτήσεων και στην έκδοση δικαστικών επ’ αυτών αποφάσεων αφετέρου δεν επετεύχθη ο οίκοθεν επαναπροσδιορισμός της συζήτησης των αιτήσεων σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 4 του Ν. 3869/2010, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει με τις παραγράφους 3 και 4 της υποπαραγράφου Α4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015.

Περαιτέρω, η βαρύτητα της συνέπειας εκ της ακόμη και ακούσιας μη υποβολής της σχετικής αίτησης, της μη κοινοποίησης της αίτησης εντός προθεσμίας τριάντα ημερών από την κατάθεσή της και της μη κατάθεσης από άπαντες τους διαδίκους εντός εξήντα ημερών από την κατάθεση της αίτησης επαναπροσδιορισμού ή της εκπρόθεσμης κατάθεσης προτάσεων τυγχάνει δυσανάλογη με τους ως άνω επικαλούμενους στόχους.

Η αντιμετώπιση μιας αίτησης ρύθμισης των οφειλών ως μηδέποτε ασκηθείσας σε περίπτωση μη τήρησης των προβλεπόμενων για την κατάθεση και την κοινοποίηση της αίτησης επαναπροσδιορισμού προθεσμιών καθώς και σε περίπτωση μη κατάθεσης από άπαντες τους διαδίκους εντός προθεσμίας ημερών από την κατάθεση της αίτησης επαναπροσδιορισμού ή εκπρόθεσμης κατάθεσης προτάσεων προσδίδει στο σύστημα τιμωρητικό σε βάρος του οφειλέτη χαρακτήρα, που υφίσταται τις δυσμενείς συνέπειες της μη ολοκλήρωσης των ως άνω ακόμη και για λόγο ευρισκόμενο εκτός της σφαίρας επιρροής του της διαδικασίας. Υπέρ του εν λόγω συμπεράσματος συνηγορεί και η κατ’ απόκλιση από τις διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας πρόβλεψη δυνατότητας άσκησης έφεσης μέσα σε προθεσμία έξι (6) μηνών από τη δημοσίευση της απόφασης, σε περίπτωση μη κοινοποίησης αυτής.

Η διαμόρφωση μιας ειδικής και ιδιαίτερα αυστηρής διαδικασίας που αποκλίνει από τις γενικές διατάξεις άνευ συγκεκριμένης αιτίας, πέραν των ζητημάτων συνταγματικότητας που δημιουργεί και που αναλύονται κατωτέρω, αποτυπώνει τη δυσμενή αντιμετώπιση των αιτούντων δικαστική προστασία στο πλαίσιο του ν. 3869/2010.

Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ «ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΟΥ ΚΑΚΟΠΛΗΡΩΤΗ»

Χαρακτηριστική τυγχάνει η χρήση στην αιτιολογική έκθεση της έννοιας του «στρατηγικού κακοπληρωτή», τίθεται δε ρητά ως στόχος με τις ως άνω ρυθμίσεις ο διαχωρισμός του φέροντος την εν λόγω ιδιότητα από τους καλόπιστους δανειολήπτες και η άρση της οιασδήποτε προστασίας απολαμβάνει. Ο εν λόγω αδόκιμος νομικά όρος ανήκει στη σημειολογία και φρασεολογία των πιστωτικών ιδρυμάτων, συνιστά αξιολογική κρίση που φέρει συγκεκριμένη χροιά και αποτυπώνει συγκεκριμένη αντίληψη, ενώ ουδέποτε υιοθετήθηκε νομολογιακά και ουδέποτε χρησιμοποιήθηκε στις εκδοθείσες μέχρι σήμερα δικαστικές αποφάσεις.

Η νομιμοποίηση ενός τέτοιου όρου και η υποχρέωση συμπλήρωσης συγκεκριμένων στοιχείων στην αίτηση επαναπροσδιορισμού (δήλωση πρώτου έτους ανάληψης δανειακής υποχρέωσης, των εμπραγμάτως ασφαλισμένων απαιτήσεων ή του έτους ανάληψης της υψηλότερης δανειακής υποχρέωσης) δημιουργούν την εικόνα μιας προσπάθειας εκ των προτέρων κατηγοριοποίησης των υποθέσεων και καθιστούν υπαρκτό τον κίνδυνο προκατειλημμένης αντιμετώπισής τους βάσει στοιχείων που μέχρι τώρα αποτελούσαν αντικείμενο της αποδεικτικής διαδικασίας και εξετάζονταν στο πλαίσιο του γράμματος και του πνεύματος του νόμου με σκοπό την επίλυση ενός σοβαρού κοινωνικού ζητήματος σύμφωνα με τις επιταγές ενός σύγχρονου κοινωνικού κράτους δικαίου.

Οι σχετικές ρυθμίσεις άλλωστε δεν εισάγουν καινοτομία ικανή να αποτρέψει τους φερόμενους ως «στρατηγικά κακοπληρωτές» οφειλέτες, αφού η άρση του τραπεζικού απορρήτου με την οποία συνδέεται, ως αναφέρεται και στη με αριθ. 36/2020 γνωμοδότηση της Διοικητικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου η δυνατότητα διαχωρισμού των οφειλετών στις αναφερόμενες στην αιτιολογική έκθεση του ν. 4745/2020 κατηγορίες έχει ήδη συντελεστεί με την παρ. 1 του άρθρου 58 του ν. 4549/2018 δυνάμει της οποίας «1. Στο πρώτο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 4 του ν. 3869/2010 προστίθενται περιπτώσεις γ` και δ` ως εξής: «γ) δήλωση του οφειλέτη ότι παρέχει άδεια σε οποιοδήποτε πιστωτικό ίδρυμα, στην ημεδαπή ή στην αλλοδαπή, να διαβιβάζει, έως τη συζήτηση της αίτησης, στους πιστωτές κατά των οποίων στρέφεται η αίτηση, την κίνηση των τραπεζικών του λογαριασμών και των λοιπών τραπεζικών προϊόντων (άρση τραπεζικού απορρήτου του άρθρου 1 του ν. 1059/1971, Α` 270) για τη χρονική περίοδο από πέντε (5) έτη πριν την άσκηση της αίτησης έως την ημέρα της συζήτησής της, καθώς και ότι παρέχει άδεια προς τους πιστωτές, κατά των οποίων στρέφεται η αίτηση, να προβαίνουν αποκλειστικά για το σκοπό δικαστικής και εξώδικης διαχείρισης της αίτησης σε επεξεργασία και ανταλλαγή των δεδομένων που κατέχουν ή λαμβάνουν από τα πιστωτικά ιδρύματα»

ΘΕΣΗ ΠΛΗΘΟΥΣ ΤΥΠΙΚΩΝ ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΕΩΝ

Η διαδικασία τυγχάνει αφενός ιδιαίτερα τυπική, καθώς απαιτείται η συγκέντρωση πλήθους στοιχείων μη ευρισκόμενων πάντα στη διάθεση του οφειλέτη (στοιχεία συζύγου και τέκνων, δανειακές συμβάσεις προκειμένου να εξακριβωθεί ο χρόνος λήψης του πρώτου δανείου ή πιστοποιητικό βαρών προκειμένου να προσδιορισθεί η εμπραγμάτως ασφαλισμένη απαίτηση, φορολογικά στοιχεία από την αρμόδια Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία) αφετέρου αυστηρή και σύνθετη, λόγω πρόβλεψης πλήθους στενών χρονικών περιθωρίων (υποβολής αίτησης επαναπροσδιορισμού, κοινοποίησης της πράξης κατάθεσης, υποβολής προτάσεων) από την κατάθεση της αίτησης επαναπροσδιορισμού μέχρι και τη συζήτηση της αίτησης ρύθμισης των οφειλών.

Το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος παραβιάζεται αν αυστηρώς απορρίπτεται το αίτημα δικαστικής προστασίας με το επιχείρημα ότι δεν πληρούνται τόσες και τέτοιες αυστηρές προϋποθέσεις καθώς: «η αίτηση για παροχή έννομης προστασίας δεν μπορεί να εξαντλείται στη διερεύνηση δικονομικών μόνο όρων και προϋποθέσεων του παραδεκτού της». Προς την ίδια κατεύθυνση η νομολογία ορίζει ότι: «στόχος της δίκης πρέπει να είναι πάντοτε η έκδοση απόφασης επί της ουσίας και οι διαδικαστικές προϋποθέσεις πρέπει να έχουν σκοπό να εξασφαλίσουν την ομαλή και απρόσκοπτη ροή της διαδικασίας και να αποτελούν εγγυήσεις ορθής δικαστικής απόφασης».

Η υποχρέωση προσκόμισης πλήθους εγγράφων μη ευρισκόμενων πάντα στη διάθεση του οφειλέτη και τήρησης πλήθους αυστηρών προθεσμιών με κίνδυνο να θεωρηθεί η αίτηση ρύθμισης των οφειλών ως μηδέποτε ασκηθείσα σε περίπτωση μη τήρησης κάποιας εξ αυτών οδηγεί ουσιαστικά σε ακύρωση της αξιούμενης δικαστικής προστασίας όταν χωρίς υπαιτιότητα είναι αδύνατη η ανταπόκριση του αιτούντος στα ως άνω.

Δεν αποκλείεται στον κοινό νομοθέτη σαφώς η δυνατότητα θέσπισης δικονομικών προϋποθέσεων για την παροχή προστασίας από τα δικαστήρια και την πρόοδο της δίκης, αρκεί οι σχετικές ρυθμίσεις να συνάπτονται με τη λειτουργία των δικαστηρίων και την ανάγκη αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης καθώς και να μην επέρχεται κατάλυση ή υπέρμετρος περιορισμός του δικαιώματος του αιτούντος τη δικαστική προστασία.

Στην προκειμένη όμως περίπτωση η πληθώρα των προβλεπόμενων προϋποθέσεων και ο βαθμός επιβάρυνσης του αιτούντος οφειλέτη, η βαρύτητα των συνεπειών εκ της μη ανταπόκρισης σε κάποια εξ αυτών και η αυξημένη πιθανότητα μη επίτευξης του επιδιωκόμενου με τις συγκεκριμένες ρυθμίσεις στόχου κατά τα ως άνω και κατωτέρω αναφερόμενα τόσο ως προς το διαχωρισμό των οφειλετών όσο και ως προς την επιτάχυνση εκδίκασης των υποθέσεων καθιστούν σαφές ότι δεν είναι συνταγματικά ανεκτό να εξαρτάται το παραδεκτό της αίτησης από την προσκόμιση αποδεικτικών εγγράφων ή την άνευ βεβαιότητας συμπλήρωση στοιχείων, των οποίων η εξασφάλιση εξαρτάται από την ανταπόκριση τρίτων της αίτησης επαναπροσδιορισμού.

ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΗ ΙΣΧΥΣ ΔΥΟ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΩΝ ΚΑΘΕΣΤΩΤΩΝ ΕΚΔΙΚΑΣΗΣ ΑΙΤΗΣΕΩΝ ν. 3869/2010 ΚΑΙ ΜΕΤΑΒΟΛΗ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΣΕ ΕΚΚΡΕΜΕΙΣ ΔΙΚΕΣ

Ο επαναπροσδιορισμός αφορά τις εκκρεμείς σε πρώτο βαθμό αιτήσεις που έχουν προσδιορισθεί να συζητηθούν – είτε πρόκειται για αρχική δικάσιμο ή μετά από αναβολή ή μετά από ματαίωση της υπόθεσης – μετά την 15-6-2021.

Το εν λόγω χρονικό όριο καθιστά σαφή την ταυτόχρονη ισχύ δύο διαφορετικών καθεστώτων διαχείρισης και εκδίκασης αιτήσεων α. 4 παρ. 1 ν. 3869/2010. Κριτήριο αποτελεί ο χρόνος προσδιορισμού συζήτησης της αίτησης του ν. 3869/2010 που εξαρτάται και από τον αριθμό των υποθέσεων εκάστου Ειρηνοδικείου αλλά και από τη σημείωση απρόβλεπτων συμβάντων (αναστολή δικαστικών ενεργειών, στάσεις εργασίας, αποχές πληρεξουσίων δικηγόρων), με αποτέλεσμα να καθίσταται σαφής η διαφορετική αντιμετώπιση οφειλετών που εκκίνησαν ταυτόχρονα τη διαδικασία ρύθμισης των οφειλών τους, πλην όμως η αίτηση ορισμένων εξ αυτών προσδιορίστηκε εν τέλει να συζητηθεί μετά τη 15η-6-2020 για λόγους σε πλήθος περιπτώσεων ευρισκόμενους απολύτως εκτός της σφαίρας επιρροής τους.

Κομβική αλλαγή αποτελεί η εφαρμογή στις προσδιορισθείσες να συζητηθούν μετά τη 15η-6-2021 αιτήσεις του δικονομικού προτύπου της νέας τακτικής διαδικασίας του ν. 4335/2015 με την κάμψη της υποχρεωτικής προφορικότητας.

Η κατ΄ ουσίαν κατάργηση της προφορικής διαδικασίας στερεί από τη διαδικασία τη ζωντάνια που θα έπρεπε να χαρακτηρίζει μια διαδικασία που φέρει κοινωνικό βάρος και δημιουργεί τον κίνδυνο τεχνοκρατικής, βάσει και των εγγράφων που ορίζονται ως απαραίτητα προ κατάθεση με την υποβολή των προτάσεων, αντιμετώπισης των υποθέσεων, που πιθανότατα θα στερούνται της μέχρι σήμερα ισχύουσας εξατομικευμένης διαχείρισης. Επιπλέον καταργείται η εφαρμογή των άρθρων 745 και 751 ΚΠολΔ και η ως εκ τούτου ισχύουσα στις μέχρι σήμερα εκδικασθείσες υποθέσεις και σε όσες εκδικαστούν έως την 15η-6-2021 δυνατότητα συμπλήρωσης και διόρθωσης με τις προτάσεις, στο δε ειρηνοδικείο και προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο (άρθ. 115 παρ. 3 ΚΠολΔ) εκείνων των στοιχείων της αίτησης που αναφέρονται στο άρθρο 747 παρ. 2 ΚΠολΔ, επομένως και του αιτήματος αυτής (βλ. ΑΠ 1131/87 ΝοΒ 36-1601-02 πλειοψηφία, ΕφΑΘ 2735/00, 4462/02, 2188/08 ΤΝΠ-ΝΟΜΟΣ, και Π. Αρβανιτάκη στον ΚΠολΔ. Κεραμέα -Κονδύλη -Νίκα, υπ` άρθρο 747,αριθ. 7, βλ. και υπ’ αριθ. 121/2012 Απόφαση ΕΙΡ ΚΟΡΙΝΘ.). Η εν λόγω κατάργηση αντιτίθεται στο σκοπό θέσπισης του ν. 3869/2010 που καθόρισε την αρχικά εφαρμοστέα διαδικασία.

Η προσαρμογή των υποχρεώσεων του αιτούντος οφειλέτη στις εκάστοτε υφιστάμενες οικονομικές δυνατότητες προκειμένου να εξασφαλισθεί η μέσω ρύθμισης των οφειλών επανάκτηση της οικονομικής ελευθερίας και η επανένταξη στην οικονομική και κοινωνική ζωή επιτυγχάνεται μέσω της εκουσίας δικαιοδοσίας, στις δίκες της οποίας δε γίνεται δεσμευτική διάγνωση εννόμων σχέσεων, όπως ισχύει στις διαγνωστικές δίκες της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας αλλά διατάσσονται τα κατάλληλα ρυθμιστικά μέτρα σε σχέση με τη νομική κατάσταση και λειτουργία φυσικού προσώπου.

Σκοπός είναι η προσαρμογή των ρυθμιστικών μέτρων στις εκάστοτε μεταβαλλόμενες πραγματικές καταστάσεις προς πραγμάτωση του σκοπού της, προς επέλευση δηλαδή του ρυθμιστικού αποτελέσματος (ΕφΑθ 1639/07, ΑΠ 640/03 ΕλλΔνη45, 1347, Κ. Μπέη ΠολΔ άρθρο 758 παρ. 3 αρ. 16 σελ. 326 και 330). Προς επίτευξη ακριβώς του εν λόγω σκοπού ήταν δυνατή η προβολή έως την περάτωση της τελευταίας συζήτησης της αίτησης ενώπιον του αρμόδιου Ειρηνοδικείου πραγματικών ισχυρισμών και η αλλαγή του αιτήματος.

Πλέον διαμορφώνεται μια ιδιότυπη διαδικασία με την ταυτόχρονη εφαρμογή διατάξεων της εκουσίας (εφαρμογή ανακριτικού συστήματος, αποκλεισμός όμως δυνατότητας προβολής ισχυρισμών κατ’ άρθρο 745 ΚΠολΔ και μεταβολής αιτήματος κατ’ άρθρο 751 ΚΠολΔ) και της τακτικής διαδικασίας (κάμψη υποχρεωτικής προφορικότητας και καθιέρωση της κατ’ εξαίρεση διαδικασίας εμμάρτυρης απόδειξης), εκ της οποίας δημιουργείται σύγχυση ως προς το εφαρμοστέο καθεστώς, δεδομένης και της μη ύπαρξης αντίστοιχης περίστασης στο παρελθόν.

Η ταυτόχρονη ισχύς δύο καθεστώτων αναπόφευκτα δημιουργεί δύο κατηγορίες οφειλετών και οδηγεί στην άνιση αντιμετώπισή τους κατά παράβαση του άρθρου 4 του Συντάγματος που κατοχυρώνει την ισότητα όλων ενώπιον του νόμου και την ισότητα του νόμου έναντι όλων των πολιτών υπό την έννοια ότι ο νομοθέτης δεσμεύεται, όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις, που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μην εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, εκτός εάν αυτές επιβάλλονται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, που στην προκειμένη περίπτωση δεν ισχύουν λαμβανομένης υπόψη της περιγραφόμενης ως άνω και κατωτέρω δυσχέρειας εκπλήρωσης των περιγραφόμενων στην αιτιολογική έκθεση του ν. 4745/2020 στόχων ως προς την κατηγοριοποίηση των οφειλετών και την επίσπευση εκδίκασης των υποθέσεων.

Περαιτέρω, η διαφοροποίηση της διαδικασίας σε εκκρεμείς αιτήσεις ρύθμισης των οφειλών αντίκειται στις συνταγματικές διατάξεις που καθιερώνουν διάκριση της νομοθετικής από τη δικαστική λειτουργία (Σ 26) και λειτουργική ανεξαρτησία των δικαστών (Σ 87) υπό την έκφανση της δικονομικής αναδρομής.

Προς αποφυγή μιας τέτοιας παραβίασης το άρθρο 12 εισαγωγικού νόμου του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ορίζει ότι «στις δίκες που κατά την εισαγωγή του ΚΠολΔ είναι εκκρεμείς στον πρώτο βαθμό, οι διαδικαστικές πράξεις ρυθμίζονται από τις διατάξεις του, όσες όμως είχαν ενεργηθεί πριν από την εισαγωγή του ρυθμίζονται από το προγενέστερο δίκαιο».

Ο Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας με σειρά άρθρων του (10, 45, 221 εδ. β’ ΚΠολΔ) και με ιδιαίτερη έμφαση τονίζει ότι απαγορεύεται μετά την επέλευση της εκκρεμοδικίας η νομοθετική μεταβολή της δικαιοδοσίας και αρμοδιότητας του δικαστηρίου που δικάζει.

Η νομοθετική μεταβολή της διαδικασίας σε εκκρεμείς δίκες βάσει του ν. 4745/2020 δημιουργεί το ζήτημα διερεύνησης του θεμιτού ή μη χαρακτήρα μιας τέτοιας πρόβλεψης. Στην εν λόγω προσπάθεια πρέπει να χρησιμοποιηθούν ως κατευθυντήριες οι ακόλουθες αρχές διαχρονικού αστικού δικονομικού δικαίου, οι οποίες περιέχονται στον εισνΚΠολΔ: 1. Η διατήρηση της αρμοδιότητας του δικαστηρίου που είχε την αρμοδιότητα κατά την έναρξη της εκκρεμοδικίας έως την κατάργησή της (εισνΚΠολΔ 9 § 2, πρβλ. άρθρα 10,45, 221 § 1 εδ. β’ ΠολΔ και άρθρο 8 § 1 Σ.), 2. Στις εκκρεμείς δίκες οι διαδικαστικές πράξεις ρυθμίζονται από το δίκαιο που ίσχυε ή ισχύει κατά το χρόνο άσκησης της καθεμιάς, όπως προβλέπει το άρθρο 12 εισνΚΠολΔ, 3. Η διατήρηση των δικονομικών δικαιωμάτων που ήδη έχουν αποκτηθεί από το χρονικό σημείο που αποκτήθηκαν και παρά την ενδεχόμενη κατάργηση της αφηρημένης ισχύος τους, 4. Η ενδεχόμενη ύπαρξη εξαιρέσεων των δύο προηγούμενων αρχών, στον εισνΚΠολΔ.

Η γενική αρχή διαχρονικού δικονομικού δικαίου κατά την οποία οι εκκρεμείς διαδικασίες συνεχίζονται με βάση το νεότερο δικονομικό νόμο έχει αποκλειστικώς το νόημα ότι η δίκη δεν είναι ενιαίο νομικό φαινόμενο, αλλά αλυσίδα από επί μέρους διαδικαστικές πράξεις, κάθε μια από τις οποίες ρυθμίζεται αυτοτελώς από τους κανόνες του δικονομικού δικαίου.

Ως εκ τούτου η εν λόγω γενική αρχή δεν καλύπτει τη μεταβολή της αρμοδιότητας και της δικαιοδοσίας σε εκκρεμείς δίκες και άρα αναλογικά και της διαδικασίας, καθώς η όλη λογική της εν λόγω απαγόρευσης είναι ότι ο δικονομικός νομοθέτης δε θα επεμβαίνει στην επέλευση ουσιαστικών συνεπειών.

Περαιτέρω, η εν λόγω νομοθετική μεταβολή της διαδικασίας εκδίκασης των αιτήσεων ρύθμισης οφειλών επιφέρει στέρηση του δικονομικού δικαιώματος της υποχρεωτικής προφορικότητας που αποκτήθηκε κατά την κατάθεση της αίτησης, με αποτέλεσμα να παραβιάζεται μία εκ των προαναφερόμενων αρχών του διαχρονικού αστικού δικονομικού δικαίου.

Η απουσία ειδικής πρόβλεψης ως προς τη διαδικασία θα πρέπει να εκληφθεί περισσότερο ως παράλειψη του νομοθέτη που συνιστά νομοθετικό κενό, λόγω μη εμφάνισης μέχρι σήμερα σχετικής αναγκαιότητας και μη σημείωσης αντίστοιχου φαινόμενου αλλά και εξαιτίας της μοναδικότητας της προβλεπόμενης με το ν. 4745/2020 διαδικασίας.

ΑΡΣΗ ΑΠΟΡΡΗΤΟΥ

Περαιτέρω στο άρθρο 4Β ως προστέθηκε μετά το άρθρο 4 του ν. 3869/2010 με το άρθρο 1 του ν. 4745/2020 προβλέπεται ότι « 1. Η αίτηση επαναπροσδιορισμού υποβάλλεται αποκλειστικά μέσω της Ενιαίας Ψηφιακής Πύλης της Δημόσιας Διοίκησης, με χρήση της ηλεκτρονικής πλατφόρμας της Ειδικής Γραμματείας Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους, μέσω πληρεξουσίου δικηγόρου και περιλαμβάνει … ε) δήλωση ότι ο αιτών συναινεί στην άρση του απορρήτου των τραπεζικών και φορολογικών του πληροφοριών, σύμφωνα με το άρθρο 17 του ν. 4174/2013 (Α` 170).

Οι πιστωτές χρησιμοποιούν την ηλεκτρονική πλατφόρμα προς τον σκοπό άσκησης των δικαιωμάτων της περ. γ` της παρ. 2 του άρθρου 4 και των παρ. 2 και 3 του άρθρου 10, χωρίς να απαιτείται συνδρομή της εισαγγελικής αρχής, αν εκκρεμεί κατά των πιστωτών αίτηση του άρθρου 4». Η άρση του τραπεζικού απορρήτου του αιτούντος οφειλέτη ως προαναφέρθηκε δεν αποτελεί καινοτομία καθώς είχε ήδη προβλεφθεί στην παρ. 1 του άρθρου 58 του ν. 4549/2020. Καινοτομία όμως συνιστά η πρόβλεψη στο άρθρο 4Γ ως προστέθηκε μετά το άρθρο 4 του ν. 3869/2010 με το άρθρο 1 του ν. 4745/2020 άρσης του απορρήτου και ως προς τα στοιχεία του ή της συζύγου και των ανήλικων τέκνων από το φορολογικό μητρώο.

Συναίνεση όμως άρσης του προπεριγραφόμενου απορρήτου προβλέπεται μόνο για τον αιτούντα οφειλέτη και όχι για το/τη σύζυγο και τα τέκνα, με αποτέλεσμα η σχετική πρόβλεψη για τα εν λόγω πρόσωπα να είναι αντίθετη με τις σχετικές διατάξεις περί φορολογικού (17 του ν. 4174/2013) απορρήτου που συγκεκριμενοποιούν το περιεχόμενο των διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του Συντάγματος.

Ειδικότερα, στο άρθρο 17 παρ. 5 του ν. 4174/2013 ορίζεται ότι «Στοιχεία ή πληροφορίες σχετικά με το φορολογούμενο είναι δυνατόν να αποκαλύπτονται σε τρίτον κατόπιν αιτήσεως, με την έγγραφη συναίνεση του φορολογουμένου …». Η έλλειψη της σχετικής συναίνεσης καθιστά μη ανεκτή συνταγματικά την πρόβλεψη άρσης του φορολογικού απορρήτου του/της συζύγου και των τέκνων του αιτούντος οφειλέτη, πρόβλεψη που παραβιάζει και το συνταγματικά κατοχυρωμένο (9Α Σ) δικαίωμά τους στην προστασία των προσωπικών τους δεδομένων, αφού και στο άρθρο 6 παρ. 1 του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Απριλίου 2016 για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα προβλέπεται μεταξύ των προϋποθέσεων της επεξεργασίας η συναίνεση του υποκειμένου. Ουδεμία αναφορά γίνεται σε δήλωση συναίνεσης του/της συζύγου και των τέκνων του αιτούντος οφειλέτη, με αποτέλεσμα να μην πληρείται βασική προϋπόθεση άρσης του φορολογικού τους απορρήτου.

Άλλωστε ακόμη και αν προβλεπόταν δυνατότητα δήλωσης συναίνεσης των εν λόγω τρίτων προσώπων, τυχόν άρνηση παροχής συγκατάθεσης, δεδομένης της σαφούς έλλειψης υποχρεωτικότητας και εξαναγκασμού τους σε θετική δήλωση, θα εμπόδιζε την εξέλιξη της διαδικασίας και άρα θα περιόριζε το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα της αναζήτησης δικαστικής προστασίας (Σ 20), η απρόσκοπτη άσκηση του οποίου αποκλείει την εξάρτηση του δικαιώματος της δικαστικής προσφυγής και του παραδεκτού αυτής από τη συναίνεση ή τη σύμπραξη άλλου ιδιώτη και προϋποθέτει ότι ο κάθε ενδιαφερόμενος δικαστικής προστασίας θα μπορεί να ασκήσει το σχετικό του δικαίωμα ότε κι αν το κρίνει ο ίδιος.

ΠΡΟΣΚΟΜΙΣΗ ΕΓΓΡΑΦΩΝ ΤΡΙΤΩΝ

Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 4 Ζ που προστέθηκε στο άρθρο 4 του ν. 3869/2010 με το άρθρο 1 του ν. 4745/2020 προσκομίζονται τα εξής έγγραφα: α) Βεβαίωση υποβολής αίτησης επαναπροσδιορισμού, η οποία χορηγείται αυτοματοποιημένα από την ηλεκτρονική πλατφόρμα, α) αντίγραφα εκκαθαριστικών σημειωμάτων ή πράξεις διοικητικού προσδιορισμού φόρου εισοδήματος, της αρμόδιας Δ.Ο.Υ., που καλύπτουν διάστημα τριών (3) ετών πριν από τη λήψη του πρώτου χρονικά δανείου, του οποίου ζητείται η ρύθμιση με την αίτηση ρύθμισης οφειλών, καθώς και ολόκληρο το διάστημα μέχρι την κατάθεση των προτάσεων, γ) τις εκδοθείσες πράξεις προσδιορισμού Ενιαίου Φόρου Ιδιοκτησίας Ακινήτων (ΕΝ.Φ.Ι.Α.) των τελευταίων πέντε (5) ετών.

Η τελευταία εκδοθείσα πράξη προσδιορισμού ΕΝ.Φ.Ι.Α. πρέπει να συνοδεύεται, κατά περίπτωση, είτε από υπεύθυνη δήλωση ότι δεν έχει υποβληθεί δήλωση στοιχείων ακινήτων (Ε9) μετά από αυτήν είτε από την υποβληθείσα, μετά από την έκδοση της πράξης προσδιορισμού ΕΝ.Φ.Ι.Α., δήλωση στοιχείων ακινήτων (Ε9), για τον ίδιο τον αιτούντα και για τον/την σύζυγό του ή το πρόσωπο με το οποίο έχει συνάψει σύμφωνο συμβίωσης, καθώς επίσης και για τα ανήλικα τέκνα του που διαθέτουν περιουσία.

Η προσκόμιση των εγγράφων του/της συζύγου και κυρίως αυτών που αφορούν την περιουσιακή κατάσταση μπορεί να είναι δυσχερής σε περίπτωση διάστασης και ως εκ τούτου στέρησης δυνατότητας πρόσβασης στις συγκεκριμένες πληροφορίες που είναι εξατομικευμένες για κάθε φορολογούμενο.

Σε κάθε περίπτωση η υποχρέωση προσκόμισης εγγράφων τρίτου προσώπου (ιδιώτη) από τον ενδιαφερόμενο για δικαστική προστασία (αιτούντα) και η εξάρτηση του δικαιώματος της δικαστικής προσφυγής και του παραδεκτού αυτής από τη συναίνεση ή τη σύμπραξη άλλου ιδιώτη αντίκειται στο συνταγματικό δικαίωμα δικαστικής προστασίας (20 Σ), καθώς η απρόσκοπτη άσκηση του δικαιώματος δικαστικής προστασίας προϋποθέτει ότι ο κάθε ενδιαφερόμενος δικαστικής προστασίας θα μπορεί να ασκήσει το σχετικό του δικαίωμα ότε κι αν το κρίνει ο ίδιος.

ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΧΡΟΝΟΥ ΛΗΨΗΣ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΥ ΔΑΝΕΙΟΥ ΚΑΙ ΠΡΟΣΚΟΜΙΣΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΤΙΚΩΝ ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΕΤΩΝ ΠΡΙΝ ΤΟΝ ΕΝ ΛΟΓΩ ΧΡΟΝΟ

Το εν λόγω δικαίωμα περιορίζεται και από την πρόβλεψη υποχρέωσης προσκόμισης αντιγράφων εκκαθαριστικών σημειωμάτων ή πράξεων διοικητικού προσδιορισμού φόρου εισοδήματος, της αρμόδιας Δ.Ο.Υ., που καλύπτουν διάστημα τριών (3) ετών πριν από τη λήψη του πρώτου χρονικά δανείου.

Ιδιαίτερα προβληματική τυγχάνει κατ’ αρχάς η δήλωση του χρόνου λήψης του έτους ανάληψης της πρώτης δανειακής υποχρέωσης, των δανειακών υποχρεώσεων που είναι εμπραγμάτως εξασφαλισμένες με προσημείωση υποθήκης ή υποθήκη σε βάρος της κύριας κατοικίας και, εάν δεν υπάρχει εμπράγματη εξασφάλιση, του έτους ανάληψης της υψηλότερης δανειακής υποχρέωσης (περ. στ παρ. 1 άρθρου 4 Β) .

Η εν λόγω πρόβλεψη δημιουργεί την εικόνα μιας προσπάθειας εκ των προτέρων κατηγοριοποίησης των υποθέσεων βάσει στοιχείων που μέχρι τώρα αποτελούσαν αντικείμενο της αποδεικτικής διαδικασίας και εξετάζονταν στο πλαίσιο του γράμματος και του πνεύματος του νόμου, νόμου που έφερε και το βάρος της αιτίας θεσμοθέτησής του, ήτοι της επίλυσης ενός σοβαρού κοινωνικού ζητήματος σύμφωνα με τις επιταγές ενός σύγχρονου κοινωνικού κράτους δικαίου.

Επιπλέον με τον τρόπο αυτό επιχειρείται η αντιστροφή του βάρους απόδειξης της ύπαρξης δόλου. Σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010: «Φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών αυτών και απαλλαγή. Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής.».

Επιβάλλεται δε μονομερής υποχρέωση του ενός διαδίκου (αιτούντος) να προσκομίσει όλα τα απαραίτητα για τη δικαστική κρίση και την αποδεικτική διαδικασία έγγραφα, συμπεριλαμβανομένων αυτών εκ των οποίων αποδεικνύονται οι ισχυρισμοί του αντιδίκου πιστωτή, με αποτέλεσμα να είναι σαφής η άνιση αντιμετώπιση των διαδίκων και η ως εκ τούτου παραβίαση της αρχής της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης στο πλαίσιο δίκαιης δίκης ( 4 Σ, 20 Σ, 6 ΕΣΔΑ), που επιβάλλονται άλλωστε από τον πυρήνα του δικαιώματος δικαστικής προστασίας.

Ο έλεγχος του δόλου γίνεται βάσει των ως άνω κατόπιν σχετικού αιτήματος ενός εκ των πιστωτών, κατ’ άρθρο 262 ΚΠολΔ. Πρέπει όμως, κατ’ άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 και 338 ΚΠολΔ, ο πιστωτής που επικαλείται την ύπαρξη δόλου και να την αποδείξει.

Με την υποχρέωση όμως δήλωσης του χρόνου λήψης του πρώτου δανείου και προσκόμισης αποδεικτικών της οικονομικής κατάστασης εγγράφων προγενέστερων ετών καταργείται ουσιαστικά η τεκμαιρόμενη μη δόλια περιέλευση σε αδυναμία πληρωμών, δημιουργείται ο κίνδυνος προκατειλημμένης αντιμετώπισης υποθέσεων και ευνοείται η άνιση αντιμετώπιση των διαδίκων.

Επιπλέον η εν λόγω πρόβλεψη παραβλέπει τη δυσκολία εξασφάλισης εγγράφων που δεν μπορούν να ανακτηθούν ηλεκτρονικά και θα πρέπει να αναζητηθούν στα τυχόν φυσικά αρχεία που διατηρεί η εκάστοτε Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία με αβέβαιο αποτέλεσμα καθώς αφενός δεν είναι δεδομένη η τήρηση αρχείου αφετέρου η οιαδήποτε προσπάθεια δυσχεραίνεται από τις παρούσες οφειλόμενες στην πανδημία κορωνοϊού COVID-19 συνθήκες και τους περιορισμούς που επιβάλλονται στο πλαίσιο της προσπάθειας αντιμετώπισής της.

Η εξάρτηση απόδειξης πλήρωσης μιας κομβικής για την υπαγωγή στις διατάξεις του ν. 3869/2010 προϋπόθεσης από μη διαθέσιμα στον ίδιο τον αιτούντα οφειλέτη στοιχεία περιορίζει επίσης σημαντικά το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα της δικαστικής προστασίας.

ΠΡΟΣΦΟΡΟΤΗΤΑ ΡΥΘΜΙΣΕΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΙΤΕΥΞΗ ΤΟΥ ΠΕΡΙΓΡΑΦΟΜΕΝΟΥ ΣΤΗΝ ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ ΣΤΟΧΟΥ

Κρίσιμη καθίσταται η διερεύνηση της ύπαρξης με τις διατάξεις του ν.4745/2020 δυνατότητας επίτευξης της σκοπούμενης επιτάχυνσης και του επιδιωκόμενου εξορθολογισμού της διαδικασίας συζήτησης των αιτήσεων του ν. 3869/2010.

Σύμφωνα με το άρθρο 4ΙΒ που προστέθηκε στο άρθρο 4 του ν. 3869/2010 με το άρθρο 1 του ν. 4745/2020 «1. Μέσα σε δεκαπέντε (15) ημέρες από το κλείσιμο του φακέλου της δικογραφίας με πράξη του διευθύνοντος το αρμόδιο ειρηνοδικείο, ορίζεται ειρηνοδίκης για την εκδίκαση της υπόθεσης, σύμφωνα με τον κανονισμό του δικαστηρίου.

Η ημέρα και η ώρα συζήτησης στο ακροατήριο ορίζονται εντός τριάντα (30) ημερών από την παρέλευση της δεκαπενθήμερης προθεσμίας της παρούσας. Κατ` εξαίρεση, αν ο προβλεπόμενος από τον κανονισμό του δικαστηρίου αριθμός υποθέσεων, που ανατίθεται σε κάθε δικαστή, καλυφθεί, ο ορισμός του δικαστή και του χρόνου της συζήτησης της υπόθεσης γίνεται στον απολύτως αναγκαίο χρόνο. 2. Η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Με πρωτοβουλία επίσης του γραμματέα μπορεί να γνωστοποιείται η δικάσιμος που ορίσθηκε με αποστολή ηλεκτρονικού μηνύματος στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των διαδίκων.»

Η τήρηση των ως άνω προθεσμιών τυγχάνει αβέβαιη και επισφαλής καθώς εξαρτάται από τον αριθμό των διαθέσιμων πινακίων και τον αριθμό των ειρηνοδικών.

Ως αναγνωρίζει και η με αριθ. 36/2020 γνωμοδότηση της Διοικητικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου βασική προϋπόθεση τήρησης των ως άνω προθεσμιών αποτελεί η ύπαρξη δυνατότητας των υπηρετούντων σε έκαστο Ειρηνοδικείο δικαστών έκδοσης αποφάσεων εντός των προβλεπόμενων χρονικών ορίων χωρίς υπερχρέωση με εξωπραγματικούς αριθμούς δικογραφιών και χωρίς άνιση κατανομή υποθέσεων, προϋπόθεση που συμβαδίζει άλλωστε και με την αναγνωριζόμενη νομολογιακά έλλειψη υποχρεωτικότητας τήρησης τέτοιου είδους προθεσμιών, επισημαίνεται δε στην εν λόγω απόφαση η αναγκαιότητα κάλυψης των υπαρχουσών κενών οργανικών θέσεων Ειρηνοδικών. Ως δικλείδα ασφαλείας τίθενται οι Κανονισμοί Λειτουργίας εκάστου Ειρηνοδικείου, γεγονός που σε συνάρτηση με τα ως άνω επιβεβαιώνει την αδυναμία με τις δεδομένες συνθήκες καθολικής τήρησης των προαναφερόμενων προθεσμιών.

Η μέχρι τώρα εμπειρία, καθώς ο ορισμός συγκεκριμένων και σύντομων προθεσμιών εκδίκασης αιτήσεων του ν. 3869/2010 συναντάται τόσο στην αρχική μορφή του νόμου όσο και στο ν. 4336/2015 δυνάμει του οποίου τροποποιήθηκε ο ν. 3869/2010, στο πλαίσιο του οποίου προβλέφθηκε ορισμός δικασίμου συζήτησης της αίτησης του οφειλέτη υποχρεωτικώς εντός έξι (6) μηνών από την ημερομηνία ολοκλήρωσης της κατάθεσής, προσδιορισμός ημέρας επικύρωσης υποχρεωτικώς εντός δύο (2) μηνών από την ολοκλήρωση της κατάθεσης της αίτησης, η δε επιτάχυνση εκδίκασης των υποθέσεων με την κάμψη της προφορικής διαδικασίας επιδιώχθηκε με τη νέα τακτική διαδικασία, καταδεικνύει δυσχέρεια επίτευξης του στόχου επίσπευσης των δικαστικών διαδικασιών.

ΚΙΝΔΥΝΟΣ ΟΡΙΣΜΟΥ ΡΥΘΜΙΣΕΩΝ ΜΗ ΒΙΩΣΙΜΩΝ ΚΑΙ ΜΗ ΡΕΑΛΙΣΤΙΚΩΝ

Η αναπόφευκτη για τους ως άνω λόγους μεσολάβηση μεγάλου διαστήματος μεταξύ της ολοκλήρωσης εκάστου φακέλου ενόψει ανάθεσης της υπόθεσης και της έκδοσης δικαστικής απόφασης ενέχει σοβαρό κίνδυνο διαμόρφωσης δικαστικής κρίσης με μη ισχύοντα κατά το χρόνο μελέτης της υπόθεσης στοιχεία και άρα ορισμού υποχρεώσεων εκτός των οικονομικών δυνατοτήτων του εκάστοτε οφειλέτη ως θα έχουν διαμορφωθεί κατά το χρόνο έκδοσης της απόφασης.

Ο ίδιος ο Ν. 3869/2010 στην αιτιολογική έκθεσή του ορίζει ότι «Το νομοσχέδιο δίνει μία ρεαλιστική προοπτική απεγκλωβισμού από τα χρέη σε όλους τους υπερχρεωμένους πολίτες. Διασφαλίζει στα υπερχρεωμένα νοικοκυριά που θα θελήσουν να αξιοποιήσουν τις ρυθμίσεις του σχεδίου νόμου ένα ελάχιστο επίπεδο οικονομικής διαβίωσης …

Το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τα πάσης φύσεως εισοδήματα του οφειλέτη, ιδίως εκείνα από την προσωπική του εργασία, τη δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου, και σταθμίζοντας αυτά με τις βιοτικές ανάγκες του ιδίου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του, τον υποχρεώνει να καταβάλλει μηνιαίως και για χρονικό διάστημα τεσσάρων ετών ορισμένο ποσό για ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών του συμμέτρως διανεμόμενο.»

Η εξασφάλιση ενός ελαχίστου επιπέδου διαβίωσης του αιτούντος αποτελεί επιταγή του ίδιου του νόμου, όπως αυτό προκύπτει από την αιτιολογική του έκθεση αλλά και από το γράμμα της διάταξης του άρθρου 8 παρ. 2 Ν. 3869/2010, που συμβαδίζει με το άρθρο. 2 παρ. 1 του Συντάγματος καθώς και με το άρθρο 106 παρ. 2 του Συντάγματος.

Ως εκ τούτου για τον ορισμό των οικονομικών υποχρεώσεων του αιτούντος οφειλέτη λαμβάνονται υπόψη οι βιοτικές ανάγκες του οφειλέτη, δεδομένης της ηλικίας του, της κατάστασης της υγείας του και των λοιπών βιοτικών του συνθηκών. Λόγω ακριβώς άλλωστε της εν λόγω αναγκαιότητας δίνεται η δυνατότητα προσαρμογής των ρυθμιστικών μέτρων στις εκάστοτε μεταβαλλόμενες πραγματικές καταστάσεις ως προαναφέρθηκε.

Η λήψη υπόψη μη ισχυόντων κατά τον κρίσιμο χρόνο διαμόρφωσης δικαστικής κρίσης στοιχείων οδηγεί στην επιβολή ρύθμισης μη βιώσιμης, μη ρεαλιστικής και μη πραγματοποιήσιμης, γεγονός που ματαιώνει την εκπλήρωση του επιδιωκόμενου με τη διαδικασία της δικαστικής ρύθμισης των οφειλών σκοπού και που σε κάθε περίπτωση θα καταστήσει αναπόφευκτη την υποβολή πλήθους αιτήσεων μεταρρύθμισης στο πλαίσιο της αναγκαιότητας προσαρμογής των οικονομικών υποχρεώσεων στις πραγματικά διαθέσιμες δυνατότητες του οφειλέτη απομακρύνοντας περαιτέρω την πλήρη ολοκλήρωση της διαδικασίας διευθέτησης των οφειλών.

Τα ως άνω καταδεικνύουν τη σημασία διατήρησης ως κατευθυντηρίας γραμμής του σκοπού θεσμοθέτησης του ν. 3869/2010 που συνίσταται στην επανένταξη του υπερχρεωμένου πολίτη στην οικονομική και κοινωνική ζωή με την επανάκτηση της οικονομικής ελευθερίας που συνεπάγεται η εξάλειψη των χρεών που αδυνατεί να αποπληρώσει.

Προς τούτο τυγχάνει κομβική η προσέγγιση εκάστης περίπτωσης με τρόπο που δε ματαιώνει τον ως άνω στόχο και επιτρέπει το σχηματισμό κρίσης συμβατής με την πραγματικότητα, το γράμμα, το πνεύμα του νόμου αλλά και τις αρχές που διαπνέουν μια διαδικασία με έντονο κοινωνικό βάρος.

Οι συγγραφείς του άρθρου Δημήτριος Α. Λυρίτσης και η Ιωάννα Ε. Μπενία είναι δικηγόροι – μέλη του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών.

πηγη: dikastiko.gr