Σεβασμιώτατε,
Αξιότιμε κύριε Υπουργέ των Εσωτερικών,
Κύριοι εκπρόσωποι της Κυβέρνησης,
Κύριοι Βουλευτές και εκπρόσωποι των κομμάτων του Εθνικού Κοινοβουλίου,
Κύριε Περιφερειάρχη Πελοποννήσου,
Αγαπητέ Πρόεδρε της Περιφερειακής Ένωσης Δήμων Πελοποννήσου και Δήμαρχε Καλαμάτας
Αγαπητέ Δήμαρχε Καλαμάτας,
Αδέλφια Έλληνες Κύπριοι αιρετοί,
Αγαπητές και αγαπητοί Σύνεδροι Δήμαρχοι,
Δημοτικοί Σύμβουλοι και Παρατηρητές των εργασιών του Συνεδρίου μας,
Κυρίες και κύριοι,
Έχω σήμερα την τιμή, ως Πρόεδρος της Κεντρικής Ένωσης Δήμων Ελλάδος, να παρουσιάζω την κεντρική εισήγηση της Διοίκησης της ΚΕΔΕ, κατά την έναρξη των εργασιών του ετήσιου τακτικού μας Συνεδρίου, το οποίο διεξάγεται σε μια ιδιαίτερη χρονική συγκυρία, τόσο για την Αυτοδιοίκηση όσο και για την Πατρίδα μας.
Η επιλογή της Πελοποννήσου και ειδικότερα της Μεσσηνίας και της Καλαμάτας, ως τόπου διεξαγωγής του Συνεδρίου μας, είναι και συνειδητή και βαθιά πολιτική.
Η Μεσσηνία αποτελεί έναν τόπο ύψιστης ιστορικής αξίας και σημασίας. Είναι ένας τόπος που συνδέθηκε με τους μεγάλους αγώνες του Έθνους μας για ελευθερία, εθνική ανεξαρτησία, λαϊκή κυριαρχία.
Εδώ, στις 23 Μαρτίου του 1821, γράφτηκε μία από τις πρώτες λαμπρές σελίδες της Εθνικής μας Παλιγγενεσίας, με την απελευθέρωση της Καλαμάτας.
Εδώ συγκροτήθηκε η Μεσσηνιακή Γερουσία, ένας από τους πρώτους θεσμούς πολιτικής οργάνωσης του επαναστατημένου Ελληνισμού.
Η ιστορική αυτή παρακαταθήκη αποκτά ιδιαίτερη σημασία για εμάς, τους αιρετούς εκπροσώπους της Αυτοδιοίκησης.
Γιατί η ελευθερία, η δημοκρατία, η συμμετοχή των πολιτών και το δικαίωμα των τοπικών κοινωνιών να αποφασίζουν για τις υποθέσεις τους αποτελούν διαχρονικές αξίες του σύγχρονου Ελληνισμού.
Όμως η Μεσσηνία δεν είναι απλά ένας ιστορικός τόπος.
Αποτελεί κι έναν σημαντικό παραγωγικό, οικονομικό και πολιτιστικό πυλώνα της Πατρίδας μας.
Με ισχυρή αγροτική παραγωγή, σημαντικές και ποιοτικές τουριστικές υποδομές και δυνατότητες, πλούσια πολιτιστική κληρονομιά και το κυριότερο, ανθρώπους που δημιουργούν και προοδεύουν.
Ταυτόχρονα όμως αντιμετωπίζει και τις προκλήσεις που συναντάμε σε ολόκληρη την ελληνική περιφέρεια.
Το δημογραφικό πρόβλημα, την ανάγκη ενίσχυσης των τοπικών υποδομών, τη διαχείριση των υδάτινων πόρων, την προστασία του περιβάλλοντος , τη συγκράτηση των νέων ανθρώπων στον τόπο τους.
Η ενδυνάμωση της Μεσσηνίας, όπως και κάθε περιοχής της ελληνικής περιφέρειας, αποτελεί προϋπόθεση για την ισόρροπη ανάπτυξη της χώρας και τη διασφάλιση της εθνικής μας συνέχειας.
Γιατί η Ελλάδα δεν μπορεί να είναι ισχυρή, όταν η περιφέρειά της αποδυναμώνεται.
Όταν οι νέοι άνθρωποι εγκαταλείπουν τον τόπο τους, αναζητώντας αλλού, ένα καλύτερο μέλλον.
Όταν ολόκληρες περιοχές απειλούνται από τη δημογραφική συρρίκνωση.
Η ενίσχυση της ελληνικής περιφέρειας αποτελεί ζήτημα εθνικής σημασίας.
Σε αυτή την εθνική προσπάθεια, η Αυτοδιοίκηση οφείλει και θέλει να έχει πρωταγωνιστικό ρόλο.
Να βρίσκεται διαρκώς στην «πρώτη γραμμή» για ίσες ευκαιρίες στην ανάπτυξη, την πρόοδο και την ευημερία, σε κάθε γωνιά της Πατρίδας μας.
Το μήνυμα του Συνεδρίου μας ,
«Ισχυροί Δήμοι, Ισχυρές Τοπικές Κοινωνίες, για Ισχυρή Ελλάδα», αυτή τη θέση αποτυπώνει με απόλυτη σαφήνεια και συνέπεια.
Κυρίες και κύριοι,
Το Συνέδριό μας διεξάγεται σε μια πολύ ιδιαίτερη χρονική συγκυρία.
Σε περίοδο έντονων γεωπολιτικών μεταβολών, πολεμικών συγκρούσεων, όξυνσης των οικονομικών προβλημάτων, κοινωνικών αναταραχών που εξαπλώνονται, αμφισβήτησης ακόμη και της ίδιας της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας.
Η ενίσχυση της αποδοχής απόψεων από όλο και μεγαλύτερο τμήμα της κοινωνίας των πολιτών, απόψεων που εκφράζουν οι πολιτικές δυνάμεις των άκρων και του λαϊκισμού, η αμφισβήτηση της δυνατότητας των δημοκρατικών θεσμών να λειτουργούν ως αποτελεσματικοί μηχανισμοί διαχείρισης των μεγάλων ζητημάτων, καθώς και η επικράτηση του δίκαιου των ισχυρών σε βάρος των αδυνάτων και σε βάρος των κανόνων του Διεθνούς Δικαίου, απειλούν ευθέως το οικοδόμημα πάνω στο οποίο στηρίξαμε τη λειτουργία των κοινωνιών μας τα προηγούμενα χρόνια.
Απειλούν το ίδιο το ευρωπαϊκό μοντέλο ζωής, για το οποίο όλοι είμασταν υπερήφανοι.
Η αναταραχή κι αβεβαιότητα που επικρατεί σε όλο τον κόσμο, δεν αφήνουν την Πατρίδα μας ανεπηρέαστη. Διαμορφώνουν, παρά την ενίσχυση της εικόνας της χώρας και τη βελτίωση των οικονομικών μεγεθών σε σχέση με την περίοδο των μνημονίων, ένα εύθραυστο πολιτικό, κοινωνικό και οικονομικό περιβάλλον, στο οποίο καλούμαστε ως Αυτοδιοίκηση να λειτουργήσουμε και να διαχειριστούμε τα προβλήματα των συμπολιτών μας.
Παρά το γεγονός ότι η χώρα μας ΔΕΝ βρίσκεται σήμερα στο επίκεντρο της κρίσης, αυτό δεν πρέπει να μας εφησυχάζει, αφού η πλειοψηφία της ελληνικής κοινωνίας βιώνει μια δύσκολη καθημερινότητα.
Η πολιτική σταθερότητα και οι μεγάλες θεσμικές αλλαγές που έγιναν τα προηγούμενα χρόνια, η υλοποίηση σημαντικών έργων υποδομής, η ενίσχυση της αμυντικής και αποτρεπτικής ικανότητας της χώρας, οι στοχευμένες παρεμβάσεις για την οικονομική ενίσχυση ευάλωτων ομάδων συμπολιτών μας, αποτελούν αναμφισβήτητα θετικές εξελίξεις. Τις οποίες οφείλουμε να τις αναγνωρίσουμε και να διαφυλάξουμε.
Όμως δεν μπορούμε να εφησυχάζουμε όσο η πολιτική σταθερότητα τίθεται σε αμφισβήτηση εξαιτίας της αδυναμίας των πολιτικών δυνάμεων να συμφωνήσουν στα αυτονόητα, θέτοντας το κομματικό, πάνω από το εθνικό συμφέρον. Όσο εξακολουθεί να εξαντλεί το εισόδημα των οικογενειών η ακρίβεια και το υψηλό στεγαστικό και ενεργειακό κόστους. Όσο οι νέοι μας αναζητούν αλλού, μακριά από την Πατρίδα τους καλύτερες προοπτικές για το μέλλον τους. Όσο φθίνουμε δημογραφικά. Όσο εξακολουθούν να μας ταλανίζουν φαινόμενα όπως η διαφθορά, οι καθυστερήσεις στην απονομή της δικαιοσύνης, η γραφειοκρατία, η έλλειψη εμπιστοσύνης στους θεσμούς.
Η Αυτοδιοίκηση, ως θεσμός που βρίσκεται διαχρονικά πιο κοντά στους πολίτες, αγωνιά πραγματικά για την κρίση αξιών και εμπιστοσύνης που πλήττει την Πατρίδα μας.
Γνωρίζουμε καλά πως δεν μας αφήνουν ανεπηρέαστους τα αισθήματα απογοήτευσης, οργής, παραίτησης και αποχής από τα κοινά που αισθάνεται μεγάλο τμήμα της κοινωνίας.
Αισθήματα που δυσκολεύουν το έργο και την προσπάθεια μας να εφαρμόσουμε πολιτικές, η αποτελεσματικότητα των οποίων κρίνεται σε μεγάλο βαθμό κι από την αποδοχή τους από τους πολίτες.
Κυρίες και κύριοι Σύνεδροι,
Η κρίση εμπιστοσύνης των πολιτών στο Κράτος και στους θεσμούς του είναι δικαιολογημένη. Για να αντιστραφεί η κατάσταση αυτή, χρειάζονται ΧΘΕΣ, όχι ΣΗΜΕΡΑ, όχι ΑΥΡΙΟ, τολμηρές μεταρρυθμίσεις στο μοντέλο λειτουργίας του. Από κει πρέπει να ξεκινήσουμε κι οφείλω να επισημάνω, ότι με ευθύνη συγκεκριμένων πολιτικών δυνάμεων χάθηκε πρόσφατα μια μεγάλη ευκαιρία για να κάνουμε, μέσω της διαδικασίας για την αναθεώρηση του Συντάγματος, ένα αποφασιστικό βήμα μπροστά για μια πραγματικά αναγκαία και χρήσιμη μεταρρύθμιση.
Η Κεντρική Ένωση Δήμων Ελλάδος αν και δεν προσκλήθηκε επίσημα, συμμετείχε εξαρχής, καταθέτοντας συγκεκριμένες θέσεις και προτάσεις στο δημόσιο διάλογο για την αλλαγή κρίσιμων άρθρων του Συντάγματος. Διοργανώσαμε μάλιστα και ειδική ημερίδα στην Αθήνα, όπου παρουσιάσαμε δημόσια τις θέσεις μας πάνω στο ζήτημα αυτό. Θέσεις που αποτυπώνονται και στο έντυπο που μοιράσαμε στην έναρξη του Συνεδρίου κι έχετε στη διάθεσή σας.
Θέσαμε ως βασικούς πυλώνες της πρότασής μας από τη μια, την ανάγκη ενίσχυσης του επιτελικού ρόλου της Κεντρικής Διοίκησης στο σχεδιασμό των δημόσιων πολιτικών. Κι από την άλλη, την προώθηση μιας ουσιαστικής αποκέντρωσης, όσον αφορά την εξειδίκευση και την εφαρμογή των πολιτικών αυτών, από την Αυτοδιοίκηση.
Ζητήσαμε κυρίως να αποκτήσουν ουσιαστικό περιεχόμενο όσα προβλέπονται στα άρθρα 101 και 102 για την Αυτοδιοίκηση. Όπου στο άρθρο 101, παράγραφος 1, αναφέρεται ξεκάθαρα ότι η διοίκηση του Κράτους οργανώνεται σύμφωνα με το αποκεντρωτικό σύστημα. Και ως αποκέντρωση φυσικά εννοείται η μεταφορά αρμοδιοτήτων, μαζί με τους αντίστοιχους πόρους, στους δήμους και τις περιφέρειες.
Ενώ στο άρθρο 102 προβλέπεται, αλλά δυστυχώς δεν εφαρμόζεται μέχρι σήμερα στην πράξη, η πρόβλεψη ότι οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης έχουν διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια. Κι ότι η κρατική εποπτεία περιορίζεται αποκλειστικά στον έλεγχο νομιμότητας και δεν επιτρέπεται να εμποδίζει την πρωτοβουλία και την ελεύθερη δράση τους. Καθώς και ότι κάθε μεταβίβαση αρμοδιοτήτων προς την Αυτοδιοίκηση, συνεπάγεται και τη μεταφορά των αντίστοιχων πόρων (οικονομικοί πόροι, προσωπικοί και μέσα).
Αλλαγές προτάθηκαν από την ΚΕΔΕ και σε μια σειρά άλλων άρθρων του Συντάγματος.
Τι από όλα αυτά που προτείναμε και κατατέθηκε από την προτείνουσα νυν Βουλή έγινε δεκτό από όλα τα κόμματα; Τίποτε.
Και οι ευθύνες για την εξέλιξη αυτή είναι ξεκάθαρες.
Αν και όλα τα πολιτικά κόμματα του λεγόμενου δημοκρατικού τόξου συμφωνούν στο αυτονόητο, ότι δηλαδή πρέπει να υπάρξει αποκέντρωση και ότι η μεταβίβαση αρμοδιοτήτων στους ΟΤΑ πρέπει να συνοδεύεται κι από τους αντίστοιχους πόρους, την ίδια ώρα δραπέτευσαν από το θεσμικό διάλογο για τα συγκεκριμένα άρθρα, καταψηφίζοντας στη Βουλή αυτά στα οποία συμφωνούσαν κατά τα άλλα.
Μια επιλογή τους που την επέβαλε το κομματικό συμφέρον, κόντρα στην κοινή λογική.
Απέναντι λοιπόν σε αυτόν το θεσμικό λαϊκισμό, σε αυτή τη διαχρονικά άδικη αντιμετώπιση της Αυτοδιοίκησης από το Κεντρικό Κράτος και το κομματικό σύστημα, εμείς θα επιμείνουμε. Θα εξακολουθήσουμε να διεκδικούμε το θεσμικό και ουσιαστικό ρόλο αλλά και τα μέσα που προβλέπονται στο Σύνταγμα, προκειμένου να ανταποκριθούμε σε αυτήν την ευθύνη.
Ενωμένοι, το αιρετό πολιτικό προσωπικό της Αυτοδιοίκησης, μαζί με τους εργαζόμενους στους Δήμους και τους πολίτες, θα επιμείνουμε αγωνιστικά απαιτώντας ένα νέο μοντέλο λειτουργίας του Κράτους, στο οποίο η Αυτοδιοίκηση και οι τοπικές κοινωνίες θα πρωταγωνιστούν και δεν θα παρακολουθούν.
Με ένα Κεντρικό Κράτος με ισχυρό επιτελικό ρόλο στον σχεδιασμό των δημόσιων πολιτικών. Και μια Αυτοδιοίκηση με ουσιαστική ευθύνη στην εξειδίκευση και στην εφαρμογή τους, σύμφωνα με τις ανάγκες κάθε τοπικής κοινωνίας.
Κυρίες και κύριοι,
Από το περσινό μας Συνέδριο στην Αλεξανδρούπολη μέχρι σήμερα, στο διάστημα που μεσολάβησε, η Κεντρική Ένωση Δήμων Ελλάδος εργάσθηκε επίπονα, έδωσε και κέρδισε πολλές μάχες, που μας επέτρεψαν ως θεσμός να κάνουμε σημαντικά βήματα μπροστά.
Η μεγαλύτερη νίκη μας, ήταν η ψήφιση του νέου Κώδικα Αυτοδιοίκησης.
Πρόκειται για μια θεσμική εξέλιξη που αποτελούσε εδώ και χρόνια, πάγιο αίτημα της ΚΕΔΕ.
Θέλω να τονίσω πως η Αυτοδιοίκηση δεν υπήρξε απλός παρατηρητής αυτής της διαδικασίας. Εμείς το ζητήσαμε και βρήκαμε θετική ανταπόκριση από τον Υπουργό Εσωτερικών Θεόδωρο Λιβάνιο.
Συμμετείχαμε ενεργά στη διαβούλευση.
Καταθέσαμε τεκμηριωμένες προτάσεις.
Διεκδικήσαμε συγκεκριμένες αλλαγές.
Και πετύχαμε να ενσωματωθεί στον νέο Κώδικα πάνω από το 90% των αιτημάτων μας.
Αυτό αποτελεί για μας όχι απλά μια νίκη, αλλά μια μεγάλη συλλογική κατάκτηση.
Για πρώτη φορά ενοποιούνται σε ένα ενιαίο νομοθέτημα περισσότερες από 2.000 διάσπαρτες διατάξεις.
Καταγράφονται και ταξινομούνται οι αρμοδιότητες Δήμων και Περιφερειών, που μέχρι σήμερα ήταν διάσπαρτες.
Με τον τρόπο αυτό περιορίζεται η πολυνομία, μειώνεται η γραφειοκρατία και δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για ταχύτερες διοικητικές διαδικασίες, προς όφελος των πολιτών.
Ιδιαίτερη σημασία έχει για την ΚΕΔΕ η διάταξη για τους Κεντρικούς Αυτοτελείς Πόρους, σύμφωνα με την οποία όταν μεταφέρονται νέες αρμοδιότητες στους Δήμους, το επιπλέον κόστος θα καλύπτεται από αντίστοιχη αύξηση της κρατικής χρηματοδότησης. Το έλεγε το Σύνταγμα το λέει πλέον ξεκάθαρα και ο κοινός νομοθέτης.
Πρόκειται για ένα ακόμη διαχρονικό αίτημά μας, που θεσμοθετήθηκε από τον κοινό νομοθέτη και αγωνιζόμαστε και απαιτούμε πραγματικά να τηρηθεί.
Μέσα από το νέο Κώδικα, γίνονται σημαντικά βήματα θεσμικού εκσυγχρονισμού.
Σημαντική κατάκτηση αποτελεί η επίλυση ενός πολύ σημαντικού ζητήματος,
που εκκρεμούσε πολλά χρόνια κι αφορά τον εργασιακό βίο 9.000 εργαζομένων στις κοινωνικο- προνοιακές δομές των Δήμων.
Πετύχαμε τη θέσπιση ενός ολοκληρωμένου και μόνιμου πλαισίου στελέχωσης των δομών αυτών,
με τη δημιουργία ηλεκτρονικού καταλόγου μέσω ΑΣΕΠ,
μέσω του οποίου προβλέπεται να καλυφθούν το επόμενο διάστημα περισσότερες από 9.000 οργανικές θέσεις, δίνοντας ουσιαστικό προβάδισμα σε αυτούς που ήδη εργάζονται εδώ και πολλά χρόνια σε αυτές.
Είναι μια εξέλιξη που απαντά σε ένα χρόνιο αίτημά μας που όχι μόνο επιλύει μια δίκαιη διεκδίκηση των εργαζομένων μας, αλλά ενισχύει και τη δυνατότητα των Δήμων να προσφέρουν ουσιαστικές κοινωνικές υπηρεσίες.
Παράλληλα, εντάσσεται στον νέο Κώδικα το νομοθετικό πλαίσιο λειτουργίας των Δημοτικών Επιχειρήσεων Ύδρευσης και Αποχέτευσης. Προβλέπεται έκτακτη οικονομική ενίσχυση ύψους 200 εκατομμυρίων ευρώ για την κάλυψη και ρύθμιση σε δόσεις ληξιπρόθεσμων οφειλών τους, καθώς και δυνατότητα προσφυγής σε τραπεζικό δανεισμό για την υλοποίηση έργων.
Αναβαθμίζεται η καταστατική θέση των αιρετών της Αυτοδιοίκησης Α΄ Βαθμού.
Φυσικά μετά την πρακτική εφαρμογή θα γίνουν και οι απαιτούμενες προσαρμογές, αλλαγές και τροποποιήσεις στο νέο Κώδικα.
Όλα αυτά αποτελούν πολύ σημαντικές θετικές εξελίξεις.
Τις οποίες οφείλουμε να αναγνωρίσουμε.
Θέλω όμως να είμαι ξεκάθαρος.
Ο νέος Κώδικας, όσο σημαντικός κι αν είναι,
δεν αποτελεί από μόνος του τη μεγάλη μεταρρύθμιση του Κράτους που διεκδικούμε.
Αποτελεί ένα βήμα μπροστά.
Η μεγάλη μεταρρύθμιση όμως θα γίνει όταν η Αυτοδιοίκηση αποκτήσει ουσιαστική, πραγματική διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια.
Όταν οι αρμοδιότητες συνοδεύονται από πόρους.
Όταν οι νέες θεσμικές προβλέψεις εφαρμόζονται στην πράξη.
Και όταν οι πολίτες βλέπουν μετρήσιμα αποτελέσματα στην καθημερινότητά τους.
Γιατί ο νέος Κώδικας δεν θα γεμίσει από μόνος του τα ταμεία των Δήμων μας.
Και εδώ βρίσκεται το μεγαλύτερο πρόβλημα που εξακολουθεί να μας απασχολεί.
Το οικονομικό.
Κυρίες και κύριοι Σύνεδροι,
Οι οικονομικοί πόροι είναι το απαραίτητο καύσιμο για να κινήσουμε τις μηχανές της Αυτοδιοίκησης.
Χωρίς χρήματα δεν μπορούμε να λειτουργήσουμε.
Ούτε να προσφέρουμε χρήσιμες και ποιοτικές υπηρεσίες στους πολίτες.
Είναι γεγονός ότι τα προηγούμενα χρόνια διεκδικήσαμε και εξασφαλίσαμε σημαντικές αυξήσεις των Κεντρικών Αυτοτελών Πόρων.
Όμως ποτέ οι ΚΑΠ δεν έφταναν για να καλύψουμε το κόστος λειτουργίας μας.
Θέλω να σας παραθέσω κάποια αδιαμφισβήτητα στοιχεία πάνω στο ζήτημα των ΚΑΠ.
Το 2019, οι ΚΑΠ έφταναν το 1,8 δις ευρώ.
Τη χρονιά αυτή που διανύουμε, το 2026, οι ΚΑΠ αυξήθηκαν στα 2,9 δις ευρώ.
Θα μπορούσε κάποιος δίκαια να ισχυριστεί ότι η αύξηση είναι σημαντική.
Η πραγματικότητα όμως δεν είναι έτσι ακριβώς.
Τα κόστη των Δήμων έχουν αυξηθεί σε ακόμη μεγαλύτερο βαθμό.
Τα καύσιμα, το μισθολογικό κόστος, η ενέργεια, τα υλικά για τα έργα, οι πρόσθετες αρμοδιότητες που μας έχουν μεταφερθεί, κοστίζουν ακόμη περισσότερα.
Ενώ και οι αντοχές των νοικοκυριών κι επιχειρήσεων έχουν μειωθεί σημαντικά, γεγονός που δεν μας επιτρέπει να τους μεταφέρουμε ως δήμοι νέα βάρη στην πλάτη τους, με αύξηση των δημοτικών τελών.
Αν συγκρίνουμε μάλιστα τη σημερινή χρηματοδότηση μας, με αυτήν του 2008 και του 2009, οι αριθμοί θα μας προκαλέσουν ακόμη μεγαλύτερη θλίψη.
Το 2009, η χρηματοδότηση των Δήμων μέσω των ΚΑΠ έφτανε τα 3,5 δις ευρώ.
3,5 δις ευρώ το 2009, 2,9 δις ευρώ σήμερα,
με όλα τα κόστη μας αυξημένα σήμερα πάνω από 100-150%..
Επίσης το 2008 η τότε Κυβέρνηση, αναγνωρίζοντας την προσφορά της Αυτοδιοίκησης, απέδωσε στους Δήμους επιπλέον 1,711 δις από τα παρακρατηθέντα, προ του 2008.
Από τότε, δεν έχουμε εισπράξει ούτε ένα ευρώ για παρακρατηθέντα.
Είναι αδιανόητο και απαράδεκτο οι ΚΑΠ των δήμων να ανέρχονται σε 2,9 δισ.ευρώ ενώ στο σχέδιο του Κρατικού Προϋπολογισμού οι θεσμικά προβλεπόμενοι πόροι μας ανέρχονται σε 9,6 δισεκ. ευρώ.
Κι αν κάποιος καλόπιστα ισχυρισθεί ότι ναι μεν το 2009 παίρνατε περισσότερα χρήματα, αλλά αυτά ήταν πριν την κρίση, θα του απαντήσουμε κι εμείς καλόπιστα ότι μόνον οι Δήμοι είδαν από όλο το Κεντρικό Κράτος να μειώνονται οι πόροι τους κατά 60% την περίοδο της κρίσης.
Και μόνον οι Δήμοι είναι αυτοί που την περίοδο που διανύουμε σήμερα, την περίοδο των φορολογικών υπερ-εσόδων και των δημοσιονομικών υπερ-πλεονασμάτων, δεν εισπράττουν για λογαριασμό των πολιτών των τοπικών μας κοινωνιών, ένα αναλογικό, ένα δίκαιο μέρισμα από την οικονομική ανάπτυξη της χώρας.
Πέραν από τους ΚΑΠ, είναι αλήθεια ότι για πρώτη φορά οι Δήμοι είχαμε στη διάθεσή μας τόσους πολλούς οικονομικούς πόρους από διάφορα χρηματοδοτικά προγράμματα, όπως το «Αντώνης Τρίτσης», το ΕΣΠΑ, το Ταμείο Ανάκαμψης και άλλα, για την υλοποίηση έργων υποδομής.
Τα χρήματα αυτά όμως είναι για έργα και δεν επιτρέπεται από αυτά να καλύψουμε το λειτουργικό μας κόστος. Εμείς μιλάμε για ένα κόστος που συνδέεται με τις εκατοντάδες υπηρεσίες που καλούμαστε, με αποφάσεις του Κεντρικού Κράτους, να προσφέρουμε στους πολίτες, χωρίς να μας έχουν διατεθεί οι απαραίτητοι οικονομικοί και ανθρώπινοι πόροι.
Οι Δήμοι κινδυνεύουν με οικονομική ασφυξία αν δεν δουν άμεσα μια δραστική αύξηση στους ΚΑΠ.
Το ύψος της αναγκαίας αυτής αύξησης δεν το προσδιορίσαμε πρόχειρα κι αυθαίρετα, αλλά με βάση αξιόπιστα επιστημονικά και μεθοδολογικά δεδομένα.
Η Κεντρική Ένωση Δήμων Ελλάδος, σε συνεργασία με την Ελληνική Εταιρεία Τοπικής Ανάπτυξης και Αυτοδιοίκησης, καθώς και με υπηρεσιακά στελέχη του ΥΠΕΣ, προχώρησε για πρώτη φορά στην ιστορία της Ελληνικής Αυτοδιοίκησης στην εκπόνηση μιας ολοκληρωμένης μελέτης για την «Αποτίμηση του κόστους λειτουργίας των Δήμων για την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους».
Πλέον έχουμε μια καθαρή και όχι θεωρητική καταγραφή του πραγματικού κόστους λειτουργίας των Δήμων.
Η σύνοψη της μελέτης αυτής περιλαμβάνεται στο φάκελο του υλικού που μοιράσαμε στους συνέδρους και κρατάτε στα χέρια σας.
Τα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά. Σύμφωνα με τη μελέτη, το κόστος λειτουργίας των Δήμων για το 2025 αποτιμήθηκε σε 5,34 δισεκατομμύρια ευρώ.
Η χρηματοδότηση που προβλέπεται να λάβουμε το 2026 ανέρχεται σε 2,9 δισεκατομμύρια ευρώ.
Διαπιστώνεται, επομένως, ένα χρηματοδοτικό κενό ύψους 2,44 δισεκατομμυρίων ευρώ.
Περίπου 1,3 δισεκατομμύρια από αυτό αφορά λειτουργικές δαπάνες
και περίπου 1,2 δισεκατομμύρια επενδυτικές ανάγκες.
Αυτή είναι η πραγματική οικονομική εικόνα της Αυτοδιοίκησης, όσον αφορά το λειτουργικό κόστος των δήμων.
Δεν είναι μια αυθαίρετη εκτίμηση, αλλά αποτέλεσμα επιστημονικής τεκμηρίωσης
Και δεν μπορεί να αγνοηθεί ούτε από την Κυβέρνηση, ούτε από τα πολιτικά κόμματα, τα οποία έχουν ήδη ενημερωθεί για την μελέτη.
Το χρηματοδοτικό κενό των 2,5 δις περίπου πρέπει να αντιμετωπιστεί όχι μόνο για την τρέχουσα χρονιά, αλλά και για τα επόμενα έτη, με αρχή το 2027.
Γιατί δεν μπορεί να ζητά κάποιος από τους Δήμους να ανταποκρίνονται σε ολοένα περισσότερες υποχρεώσεις, χωρίς να διαθέτουν τους αναγκαίους πόρους.
Δεν είναι δυνατόν η χώρα να επιδιώκει τη σύγκλιση με τα προηγμένα ευρωπαϊκά κράτη και η Αυτοδιοίκησή της να εξακολουθεί να βρίσκεται τόσο μακριά από την ευρωπαϊκή αυτοδιοικητική πραγματικότητα.
Σύμφωνα με τα συγκριτικά στοιχεία που παρουσιάζει η μελέτη μας, οι δαπάνες των Δήμων στην Ελλάδα αντιστοιχούν στο 4,01% του ΑΕΠ, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος ανέρχεται στο 11,27%.
Αυτή η απόσταση δεν είναι απλώς ένα οικονομικό μέγεθος.
Αποτυπώνει μια διαφορετική αντίληψη για τη θέση της Αυτοδιοίκησης στο σύστημα διακυβέρνησης.
Κυρίες και κύριοι
Δεν θέλουμε οι Δήμαρχοι να είμαστε επαίτες.
Να έχουμε διαρκώς το χέρι απλωμένο στους εκάστοτε Υπουργούς
και να παρακαλάμε για τα αυτονόητα.
Δεν ζητάμε επιπλέον χρήματα για να κάνουμε σπατάλες.
Γνωρίζουμε ότι η χώρα έχει δημοσιονομικούς περιορισμούς.
Αυτό που ζητάμε είναι οξυγόνο για να αναπνεύσουμε.
Ζητάμε τους πόρους που απαιτούνται για να ανταποκριθούμε στις υποχρεώσεις που το ίδιο το Κράτος μάς έχει αναθέσει.
Γι’ αυτό θέτουμε οκτώ επαρκώς αιτιολογημένες οικονομικές διεκδικήσεις,
οι οποίες περιλαμβάνονται στο υπόμνημα που καταθέσαμε στον Πρωθυπουργό,
παραμονές της διεξαγωγής της ΔΕΘ στη Θεσσαλονίκη, παρουσία μάλιστα και όλων των αρμοδίων υπουργών της Κυβέρνησης.
Συγκεκριμένα ζητάμε
Πρώτον, τη γενναία αύξηση των Κεντρικών Αυτοτελών Πόρων, ώστε να καλύπτονται τα πραγματικά λειτουργικά κόστη των Δήμων.
Προτείνουμε τη σταδιακή προσαρμογή εντός πενταετίας, με απόδοση του 7% των καθαρών εσόδων του κρατικού προϋπολογισμού.
Με μακροπρόθεσμο στόχο την απόδοση του 8% του ΑΕΠ στην Αυτοδιοίκηση.
Δεύτερον, ζητάμε τη δημιουργία ενός νέου Αναπτυξιακού Προγράμματος για την αναβάθμιση και ενίσχυση των τοπικών υποδομών. Με έμφαση στη συντήρηση του οδικού δικτύου, την αντισεισμική θωράκιση δημοτικών και σχολικών κτιρίων, τη βελτίωση της αγροτικής και δασικής οδοποιίας και την υλοποίηση τοπικών αναπτυξιακών έργων.
Τρίτον, για να λειτουργήσουμε σωστά, χρειαζόμαστε νέο προσωπικό. Κρίνουμε για το λόγο αυτό αναγκαία την εφαρμογή τριετούς προγράμματος προσλήψεων προσωπικού.
Με βελτίωση των διαδικασιών στελέχωσης, ιδιαίτερα για τους μικρούς, ορεινούς και νησιωτικούς Δήμους, που αντιμετωπίζουν ακόμη μεγαλύτερες δυσκολίες.
Τέταρτον, θεωρούμε αυτονόητο, ότι κάθε μελλοντική αύξηση του μισθολογικού κόστους, που προκαλείται από αποφάσεις του Κεντρικού Κράτους, θα πρέπει να καλύπτεται άμεσα με αντίστοιχη αύξηση των Κεντρικών Αυτοτελών Πόρων.
Πέμπτο, ζητάμε τη δημιουργία ειδικού Προγράμματος Υποστήριξης των μικρών ορεινών και νησιωτικών Δήμων, με ειδική χρηματοδότηση από τους ΚΑΠ.
Γιατί δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται με τα ίδια διοικητικά και χρηματοδοτικά κριτήρια ένας μεγάλος αστικός Δήμος και ένας μικρός Δήμος της ορεινής ή νησιωτικής Ελλάδας.
Έκτο, είναι αναγκαία η λήψη μέτρων για τη μείωση του ενεργειακού κόστους.
Θεωρούμε απαράδεκτο οι δήμοι να πληρώνουν την κιλοβατώρα 0,25 λεπτά, την ώρα που οι μεγάλοι καταναλωτές χρεώνονται με μόλις 0,06 λεπτά. Δηλαδή οι δήμοι πληρώναμε 4 φορές ακριβότερο το ηλεκτρικό ρεύμα. Οι δήμοι έχουν επιβαρυνθεί με περισσότερα από 240 εκ. ευρώ, εξαιτίας αυτής της απαράδεκτης επαναλαμβάνω τιμολόγησης. Είμαστε νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κοινωφελούς χαρακτήρα, παρέχουμε υπηρεσίες, δεν κερδοσκοπούμε όπως οι μεγάλες βιομηχανίες και πληρώνουμε 4 φορές ακριβότερο ρεύμα. Αυτό είναι αδιανόητο και απαράδεκτο.
Έβδομο, στο ίδιο πλαίσιο διεκδικούμε επαναφορά του ενεργειακού συμψηφισμού, του net-metering, δέσμευση ενεργειακού χώρου για τις ανάγκες των Δήμων, αλλά και δίκαιους όρους για την ανάπτυξη των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας, με ουσιαστικά ανταποδοτικά οφέλη για τις τοπικές κοινωνίες. Την άμεση, κατεπείγουσα επιστροφή στους Δήμους των πόρων από το τιμωρητικό και άδικο τέλος ταφής, για το οποίο προσφύγαμε 164 δήμοι στο ΣτΕ κι αναμένεται η έκδοση δικαστικής απόφασης. Την απόδοση του τέλους ταφής κι επαρκή χρηματοδότηση για τη διαχείριση των αποβλήτων, την ανακύκλωση και τις υποδομές ύδρευσης και αποχέτευσης.
Όγδοο, ζητάμε τη δημιουργία μόνιμου μηχανισμού παρακολούθησης και κοστολόγησης των αρμοδιοτήτων της Αυτοδιοίκησης. Με τη συνεργασία της ΚΕΔΕ, της ΕΕΤΑΑ, των αρμόδιων Υπουργείων και επιστημονικών και ερευνητικών φορέων.
Αυτές οι προτάσεις δεν αποτελούν απλώς οικονομικές διεκδικήσεις.
Αποτελούν αναγκαία μέτρα πολιτικής για τη βιωσιμότητα του αυτοδιοικητικού θεσμού.
Για την εφαρμογή της συνταγματικής αρχής της διοικητικής και οικονομικής αυτοτέλειας
και για την παροχή ποιοτικών υπηρεσιών στους πολίτες.
Αλλά πάνω από όλα θέτουμε μια κόκκινη γραμμή,
από την οποία πλέον δεν πρόκειται να υποχωρήσουμε.
Καμία νέα αρμοδιότητα στους Δήμους
χωρίς τους αντίστοιχους οικονομικούς και ανθρώπινους πόρους.
Αυτή πρέπει να είναι η βάση της νέας σχέσης μεταξύ Κεντρικού Κράτους και Αυτοδιοίκησης Α’ Βαθμού.
Κυρίες και κύριοι,
Οι διεκδικήσεις, το ενδιαφέρον και η έγνοια μας δεν περιορίζονται μόνον στη θεσμική μεταρρύθμιση
και στην αναγκαία αύξηση της χρηματοδότησης των Δήμων.
Αφορούν το σύνολο των μεγάλων προκλήσεων που αντιμετωπίζουν οι τοπικές μας κοινωνίες.
Πρώτα απ’ όλα, το δημογραφικό πρόβλημα.
Η δημογραφική συρρίκνωση της χώρας αποτελεί ζήτημα εθνικής σημασίας.
Η εγκατάλειψη της ελληνικής περιφέρειας, η γήρανση του πληθυσμού και η μείωση των γεννήσεων απειλούν την κοινωνική συνοχή και την αναπτυξιακή προοπτική της Πατρίδας μας.
Οι Δήμοι μπορούν και πρέπει να έχουν ουσιαστικό ρόλο στην κατάρτιση και υλοποίηση ενός ολοκληρωμένου Εθνικού Σχεδίου για το Δημογραφικό.
Με πολιτικές στήριξης της οικογένειας, της μητρότητας, των νέων ανθρώπων και των ευάλωτων συμπολιτών μας.
Με αναβάθμιση των κοινωνικών δομών και των υπηρεσιών που προσφέρουμε καθημερινά.
Η δυνατότητα χορήγησης επιδόματος γέννησης και η αξιοποίηση της δημόσιας και δημοτικής περιουσίας για κοινωνικούς σκοπούς, που προβλέπονται στον νέο Κώδικα, αποτελούν θετικά εργαλεία.
Αλλά δεν αρκούν από μόνα τους.
Χρειάζονται πόροι, προσωπικό και ένα συνολικό σχέδιο που θα δίνει προοπτική στις νέες οικογένειες.
Η ΚΕΔΕ προς την κατεύθυνση αυτή έχει ήδη εκπονήσει και παρουσιάσει μια ολοκληρωμένη μελέτη, μέσω του Ινστιτούτου Τοπικής Αυτοδιοίκησης, του επιστημονικού μας βραχίονα, που αποτυπώνει το πρόβλημα σε επίπεδο Δήμων και προτείνει συγκεκριμένες κι εφαρμόσιμες λύσεις.
Ιδιαίτερη προτεραιότητα αποτελεί επίσης για μας το ζήτημα της διαχείρισης των υδάτινων πόρων.
Η κλιματική κρίση, οι παρατεταμένες περίοδοι ξηρασίας και οι αυξανόμενες ανάγκες ύδρευσης και άρδευσης επιβάλλουν την υλοποίηση ενός ολοκληρωμένου εθνικού σχεδίου.
Που θα αφορά το σύνολο των υδάτων της χώρας, κι όχι μόνον του πόσιμου νερού.
Με ουσιαστικό ρόλο των Δήμων και των Δημοτικών Επιχειρήσεων Ύδρευσης και Αποχέτευσης.
Για εμάς αποτελεί ανυποχώρητη θέση η διασφάλιση του δημόσιου χαρακτήρα της ύδρευσης.
Ενώ ξεκαθαρίζουμε πω δεν είμαστε αντίθετοι στο σχεδιασμό ενσωμάτωσης των ΔΕΥΑ που επιθυμούν να ενταχθούν στο δίκτυο των ΕΥΔΑΠ και ΕΥΑΘ.
Είμαστε όμως αντίθετοι με την υποχρεωτική ένταξή τους, χωρίς τη σύμφωνη γνώμη των οικείων δήμων.
Το ίδιο ισχύει και για τη διαχείριση των απορριμμάτων.
Η χώρα χρειάζεται ένα σύγχρονο, ολοκληρωμένο εθνικό σχέδιο πράσινης διαχείρισης, που θα λαμβάνει υπόψη τις ιδιαιτερότητες των τοπικών κοινωνιών.
Με προτεραιότητα στην πρόληψη, την ανακύκλωση, την επανάχρηση και την κομποστοποίηση.
Οι δήμοι δεν ευθύνονται για την έλλειψη σήμερα των αναγκαίων υποδομών και δεν είναι δίκαιο να επιβαρύνονται οι πολίτες με χαράτσια , όπως το τέλος ταφής. Δεν ευθυνόμαστε εμείς για τις καθυστερήσεις αλλά το κεντρικό κράτος.
Η αποκατάσταση της αδικίας και η επιστροφή των πόρων που συγκεντρώθηκαν από το συγκεκριμένο τέλος στους δήμους, για δράσεις κι έργα ανακύκλωσης όπως ανέφερα και προηγουμένως, είναι αυτονόητη και δεν μπορεί να καθυστερήσει άλλο.
Στο ζήτημα του Χωροταξικού Πολεοδομικού Σχεδιασμού.
Καταρχήν θεωρούμε αυτονόητο ότι οι Δήμοι θα πρέπει να έχουν τον πρώτο λόγο, όσον αφορά τη φυσιογνωμία των πόλεων μας.
Η καθυστέρηση στην εκπόνηση των Τοπικών και Ειδικών Πολεοδομικών Σχεδίων, η έλλειψη των οποίων δημιουργεί πρόσφορο έδαφος για κάθε μορφής αυθαιρεσία, δεν είναι ευθύνη των δήμων αλλά του Κεντρικού Κράτους.
Εμείς είμαστε πρόθυμοι να βάλουμε πλάτη για να προχωρήσει η εκπόνησή τους όσο το δυνατόν πιο γρήγορα. Χωρίς όμως να επαναληφθούν νομικές ακροβασίες κι αυθαιρεσίες όπως με τον πρόσφατο ΝΟΚ, για την ακύρωση του οποίου προσφύγαμε στο ΣτΕ και ακυρώθηκε. Δικαιωθήκαμε.
Όσον αφορά τις Πολεοδομίες των Δήμων, είμαστε αντίθετοι με τη μεταφορά τους στο Κτηματολόγιο.
Αφενός γιατί το Κτηματολόγιο δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί, αφετέρου γιατί ως υπηρεσία λειτουργεί προβληματικά. Κι αυτό το γνωρίζουν όσοι έρχονται σε επαφή μαζί της.
Οι Δήμοι χρειαζόμαστε επιστημονικό τεχνικό προσωπικό και ειδικά οικονομικά κίνητρα σε αυτό, προκειμένου να στελεχωθούν οι υπηρεσίες δόμησης. Κι όχι να μεταφερθεί το προσωπικό μας στο Κτηματολόγιο.
Όσον αφορά τη γενίκευση κάποιων φαινομένων διαφθοράς και την πράγματι προβληματική λειτουργία κάποιων μεμονωμένων υπηρεσιών δόμησης, αυτή είναι άδικη γιατί τέτοια φαινόμενα δεν υφίστανται σε όλες τις ΥΔΟΜ. Ούτε μπορούμε να ξεχάσουμε πόσο χειρότερα ήταν τα πράγματα με τη διαφθορά, όταν οι Πολεοδομίες δεν ήταν στους Δήμους, αλλά στο κράτος. Ακόμη αγγίξαμε, μελετήσαμε, ερευνήσαμε και επίσημα παρουσιάσαμε τη μελέτη για την παραβατικότητα και εγκληματικότητα των νέων.
Συνεδριάζουμε ως Διοικητικό Συμβούλιο και πραγματοποιούμε τα Συμβούλιά μας και τα Συνέδριά μας παντού, σε όλη την Ελλάδα.
Κύριες, Κύριοι
Κατά τη διάρκεια των τριήμερων εργασιών του Συνεδρίου μας θα αναδειχθούν μέσα από τις θεματικές συνεδρίες όλα τα μεγάλα θέματα που μας απασχολούν. Από την πολιτική προστασία και την απασχόληση, μέχρι το τοπικό κοινωνικό κράτος και τα ευρωπαϊκά προγράμματα χρηματοδότησης.
Ο διάλογος θα είναι εξαντλητικός και στο τέλος του Συνεδρίου, θα επιδιώξουμε να εκδοθεί ένα συναινετικό ομόφωνο ψήφισμα μεταξύ όλων των παρατάξεων που συμμετέχουν, προκειμένου η Αυτοδιοίκηση να στείλει ένα ισχυρό μήνυμα ενότητας κι αποφασιστικότητας στη διεκδίκηση και υλοποίηση πολιτικών, που θα καταστήσουν τους Δήμους και τις τοπικές μας κοινωνίες πιο δυνατές. Δύναμή μας η Ενότητά μας. Μόνο έτσι μπορούμε να πετύχουμε.
Θα ενημερώσουμε ξανά και μετά το Συνέδριό μας την Κυβέρνηση και τα κόμματα στη Βουλή. Θα παραστούμε και θα παρέμβουμε στη διαδικασία του Κρατικού Προϋπολογισμού πριν την ψήφισή του. Αν δεν ικανοποιηθούν τα αιτήματά μας θα προβούμε σε έντονες διαμαρτυρίες (συγκέντρωση στη Βουλή κλπ). Προειδοποιούμε ότι δεν πρόκειται να κάνουμε πίσω γιατί τα αιτήματά μας είναι δίκαια.
Κυρίες και κύριοι Σύνεδροι,
Θέλω πριν κλείσω την εισήγησή μου να κάνω μια ιδιαίτερη αναφορά σε μια κορυφαία ιστορική στιγμή, για την Ελληνική Αυτοδιοίκηση.
Σε λίγες εβδομάδες, με τον ερχομό του 2027, θα συμπληρωθούν 100 χρόνια από την ίδρυση της ΚΕΔΕ.
Πρόκειται για μια επέτειο ορόσημο στην πολιτική ιστορία της χώρας , για έναν θεσμό που προϋπήρχε της δημιουργίας του σύγχρονου ελληνικού κράτους.
Όταν πριν από 100 χρόνια οι Δήμοι της Ελλάδας συναποφάσιζαν να ενώσουν τις δυνάμεις τους και να αγωνιστούν για την επίλυση των προβλημάτων και την επίτευξη των στόχων τους για την αποτελεσματικότερη εξυπηρέτηση των πολιτών και την βελτίωση της ποιότητας ζωής στις πόλεις και τα χωριά τους, ουσιαστικά αναβίωναν μια προσαρμοσμένη στους καιρούς έκφανση των αρχαίων Αμφικτυονιών.
Αποδεικνύοντας έμπρακτα πόσο βαθιές, ακμαίες και ζωογόνες είναι οι ρίζες του αυτοφυούς, υπό τον ελληνικό ουρανό, θεσμού της Αυτοδιοίκησης.
Αυτή η σημαντική επέτειος θα εορταστεί με τον τρόπο που αρμόζει στο θεσμό μας, καταρχήν με μια μεγάλη εκδήλωση στην Αθήνα, στις αρχές Μαρτίου του 27, στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών.
Το επόμενο διάστημα θα πληροφορηθείτε αναλυτικά για το πρόγραμμα εορτασμού των 100 χρόνων από την ίδρυση της ΚΕΔΕ, τα οποία ευελπιστούμε ότι θα συμπέσουν με την επίλυση μιας σειράς κρίσιμων ζητημάτων , που αφορούν το μέλλον του αυτοδιοικητικού θεσμού και τη βελτίωση της καθημερινότητας των πολιτών.
Κυρίες και κύριοι,
Θεώρησα απαραίτητο να σας εκθέσω τις βασικές μεγάλες θέσεις και διεκδικήσεις της ΚΕΔΕ, που αποτελούν τη δική μας πρόταση για ένα νέο μοντέλο λειτουργίας του Κράτους.
Για μια Ελλάδα που θα εξασφαλίζει ίσες ευκαιρίες προόδου και ευημερίας σε κάθε πολίτη της, ανεξάρτητα από τον τόπο όπου ζει.
Για μια Ελλάδα με ισχυρές τοπικές οικονομίες, αποτελεσματικές κοινωνικές πολιτικές και σύγχρονες υποδομές.
Για μια Ελλάδα που θα εμπιστεύεται τις τοπικές της κοινωνίες.
Από την Αλεξανδρούπολη, πριν από έναν χρόνο, θέσαμε το αίτημα:
«Επιτέλους Αυτοδιοίκηση».
Ένα αίτημα που δεν αποτελεί μήνυμα κενό περιεχομένου.
Αποτελεί τον ασφαλή δρόμο για να πάμε την Πατρίδα μας μπροστά.
Σήμερα, από την ιστορική Καλαμάτα, το αίτημα αυτό αποκτά ακόμη πιο συγκεκριμένο περιεχόμενο.
Έχουμε έναν νέο Κώδικα Αυτοδιοίκησης.
Έχουμε τεκμηριωμένη καταγραφή των πραγματικών οικονομικών αναγκών των Δήμων.
Έχουμε συγκεκριμένες προτάσεις για τη Συνταγματική Αναθεώρηση.
Έχουμε ολοκληρωμένη ατζέντα θεσμικών και οικονομικών διεκδικήσεων.
Αυτό που απομένει είναι να μετατρέψουμε τις προτάσεις μας σε πολιτικές που θα εφαρμοστούν.
Να απελευθερώσουμε επιτέλους την Αυτοδιοίκηση από τη θεσμική και οικονομική εξάρτησή της.
Να δημιουργήσουμε ένα Κράτος που θα εμπιστεύεται τους αιρετούς εκπροσώπους των τοπικών κοινωνιών.
Να διασφαλίσουμε ότι κανένας Δήμος, καμία τοπική κοινωνία, δεν θα μείνει πίσω.
Ας το καταλάβουμε όλοι.
Δεν μπορεί να υπάρξει ισχυρό Κράτος χωρίς ισχυρούς θεσμούς.
Δεν μπορεί να υπάρξει ισχυρή εθνική οικονομία χωρίς ισχυρές τοπικές οικονομίες.
Δεν μπορεί να υπάρξει κοινωνική συνοχή χωρίς αποτελεσματικές κοινωνικές πολιτικές.
Και δεν μπορεί να υπάρξει ισχυρή Ελλάδα χωρίς ισχυρούς Δήμους.
Από εδώ, από την Καλαμάτα, αναλαμβάνουμε ενωμένοι την πρωτοβουλία να συγκροτήσουμε μια ισχυρή Συμμαχία Ευθύνης.
Για την Ελλάδα της επόμενης δεκαετίας.
Για την Ελλάδα που μας αξίζει.
Για ισχυρές και ανθρώπινες τοπικές κοινωνίες.
Για να κάνουμε πράξη το μήνυμα μας
Ισχυροί Δήμοι! Ισχυρές Τοπικές Κοινωνίες , Ισχυρή Ελλάδα!
Σας ευχαριστώ.
