Ακροκόρινθος: Ένα κάστρο γνωστο με τις ονομασίες “Παντεπόπτης και Κλειδοκράτορας της Πελοποννήσου”,”Κάστρον φοβερόν, το κάλλιον της Ρωμανίας”…

… τώρα εγκαταλελειμμένο  και  σκοτεινό τα βράδια έχει πάψει να είναι το “άστρο των Άστρων“, όπως χαρακτηρίζεται στο χρονικό του Μορέα.

Ο Ακροκόρινθος είναι το μεγαλύτερο κάστρο της Ελλάδας και ένα από τα μεγαλύτερα της Ευρώπης.

Αποτελεί το φυσικό σημάδι της ύπαρξης της πόλης της Κορίνθου και είναι το σημαντικότερο οχυρωματικό έργο της περιοχής από την αρχαιότητα ως τα νεώτερα χρόνια. Οι επιβλητικές του οχυρώσεις θεμελιώθηκαν στα μυκηναϊκά χρόνια και απέκτησαν μεγαλοπρέπεια μεταξύ του 7ου-6ου π.Χ. αιώνα., όταν η δυναστεία των Κυψελιδών (Κύψελος, Περίανδρος κλπ) έφθασε την Κόρινθο στο απόγειο της ακμής της.

Όταν παρατηρείς από μακριά την ενότητα της αρχαίας Κορίνθου με τον Ακροκόρινθο, την αντιλαμβάνεσαι σαν μία άσκηση αισθητικής και όταν πέφτει το σούρουπο και ανάβουν τα χαμηλά φώτα στην Αρχαία Κόρινθο, το επιβλητικό κάστρο μεταβάλλεται σε έναν σκοτεινό όγκο. Το σύνολο των κατοίκων της περιοχής ήλπιζαν κάποια φορά να δουν το κάστρο φωτισμένο.

Τα ογκώδη αλλά κομψά τείχη του Ακροκορίνθου, οι πύλες του και οι υπόλοιπες κτιριακές κατασκευές, είναι πραγματικά προέκταση της φύσης και βρίσκονται σε τέλεια αισθητική αρμονία με την γεωγραφική ενότητα της αρχαίας Κορίνθου.

Ίσως αυτή η αισθητική ενότητα είναι και ο βασικός λόγος πού το πολεμικό αυτό μνημείο έχει αγαπηθεί τόσο πολύ και αποτελεί ένα από τα πιο πολύτιμα αναπόσπαστα πολιτισμικά κομμάτια της ιστορίας της Κορίνθου, καθώς το πλήθος των φρουριακών του κατασκευών, που ανάγονται σε ποικίλες χρονικά εποχές, αποτελούν όχι μόνο σταθμούς εξέλιξης της φρουριακής αρχιτεκτονικής αλλά και φορείς ιστορικής μνήμης και νησίδες ιστορικής συνέχειας των κορινθίων.

Είναι ένας τόπος που περιμένει να αγκαλιάσει καθέναν με την ιστορία του, τη θεά, την ενέργεια και τους μύθους του, εάν…

….εάν είχε  την ελάχιστη σωστή αντιμετώπιση από τις αυτοδιοικητικές αρχές της Κορινθίας και πιο συγκεκριμένα από τον Δήμο Κορινθίων και την τότε νομαρχία Κορινθίας, μετέπειτα Περιφερειακή Ενότητα Κορινθίας.

Αλλά ας αναπτύξουμε περισσότερο το θέμα του ρεπορτάζ μας.

Οι οχυρώσεις είναι τα μνημεία που αποδεικνύουν περισσότερο από κάθε άλλη περίπτωση την ιστορική πορεία και εξέλιξή της.

Η ανάδειξη αυτού του είδους αρχιτεκτονικής στο ευρύ φάσμα της ιστορικής της εξέλιξης, και ειδικά των νεότερων παραδειγμάτων της δυτικής φρουριακής αρχιτεκτονικής, αποτελεί επιτακτική ανάγκη τόσο για την κατανόηση του πιο πρόσφατου και πιο παραμελημένου τμήματος της ιστορικής μας παράδοσης όσο και γιατί τα οχυρωματικά αυτά έργα, τόπος συνάντησης του πνεύματος του ελληνικού μεσαίωνα με τους φορείς των νέων εξελίξεων της Δύσης αποτελούν πολύτιμες γέφυρες επικοινωνίας συμβάλλοντας έτσι στη διαμόρφωση της νεώτερης  ευρωπαϊκής μας φυσιογνωμίας.

Έχοντας ως προμετωπίδα τα παραπάνω βαρύγδουπα, ο τότε νομάρχης Νικόλαος Ταγαράς, μαζί με τον αντινομάρχη Aπόστολο (Λάκη) Παπαφωτίου, εκπόνησαν το έργο με τον τίτλο “ηλεκτροφωτισμός κάστρου Ακροκορίνθου” που περιλάμβανε τον περιμετρικό φωτισμό των τοίχων εξωτερικά, τον φωτισμό σημαντικών θέσεων στο εσωτερικό του Κάστρου και τον φωτισμό του λόφου.
Το σύστημα θα είχε τροφοδότηση από πέντε ανεξάρτητες παροχές ηλεκτρικού ρεύματος, με αντίστοιχους μετρητές κατανάλωσης ρεύματος, εγκατεστημένες στην εκτεταμένη -κάπου 4km- περίμετρο του Κάστρου.

Το έργο εντάχθηκε στο ΠΕΠ Πελοποννήσου του Γ΄ ΚΠΣ και εκτελέστηκε αποκλειστικά από τη Νομαρχία Κορινθίας, δηλαδή από τον τότε Νομάρχη Ν. Ταγαρά.

Ο προϋπολογισμός του έργου ανήλθε σε περίπου 2 εκατομμύρια ευρώ (για την ακρίβεια 1.9 εκατομμύρια) και σύμφωνα με την με αριθμό πρωτοκόλλου 3221/2010 βεβαίωση τήρησης υποχρεώσεων τελικού δικαιούχου που εκδόθηκε από την ενδιάμεση διαχειριστική αρχή περιφέρειας Πελοποννήσου η τελική δαπάνη, μαζί με πρόσθετα ποσά για τις ζημιές της πυρκαγιάς του 2007, έφτασε στα 1.882.864, 96 ευρώ.

Ο φωτισμός αυτός, πέρα από τις πολλαπλές ενστάσεις όταν το 2004 ξεκίνησε να λειτουργεί  για το γεγονός ότι φωτίστηκε με ψυχρό και όχι θερμό φωτισμό, κάτι πρωτοφανές στην παγκόσμια ανάδειξη με φωτισμό οχυρωματικών και σημαντικών μνημείων και για το γεγονός ότι δεν υπήρχε εμπεριστατωμένη μελέτη για τις επιπτώσεις του φωτισμού στην χλωρίδα και την πανίδα του μνημείου, το οποίο, εκτός των άλλων, είναι ενταγμένο και στο πρόγραμμα Natura, πολύ σύντομα σταμάτησε να λειτουργεί περίπου στο τέλος του 2009.

Επίσημη δικαιολογία ήταν ότι παρατηρήθηκαν εκτεταμένες συνεχείς δολιοφθορές (κλοπές) καλωδίων και άλλων υλικών της κατασκευής που παρά τις συνεχείς παρατηρήσεις της αρχαιολογικής υπηρεσίας προς το νομάρχη Κορινθίας και την τεχνική υπηρεσία της Νομαρχίας, που δεν μπορούσαν να αντιμετωπιστούν λόγω του εκτεταμένου χώρου που κάλυπτε ο φωτισμός.

Για τις κλοπές, η αρμόδια αρχαιολογική υπηρεσία υπέβαλε την σχετική μήνυση κατά παντός υπευθύνου στην εισαγγελία πρωτοδικών Κορίνθου και ζήτησε παράλληλα από το νομάρχη Κορινθίας να ενεργήσει ώστε να αποκατασταθούν οι ζημιές και να ξαναλειτουργήσει ο φωτισμός.

Από πλευράς του νομάρχη, ουδεμία απάντηση δόθηκε, όπως προκύπτει από το αναλυτικό έγγραφο του υπουργείου πολιτισμού με ημερομηνία 28 Νοεμβρίου 2012 προς τη Βουλή των Ελλήνων.

Σύμφωνα με το παραπάνω έγγραφο, το Υπουργείο Πολιτισμού το έτος 2012, λόγω της παντελούς έλλειψης συνεργασίας με τη Νομαρχία Κορινθίας, αδυνατούσε αναγνωρίζει το μέγεθος της καταστροφής του έργου του φωτισμού και συνακόλουθα να εκτιμήσει έστω και κατά προσέγγιση το κόστος αποκατάστασης.

Πέρα από τα παραπάνω στοιχεία, υπάρχει μία σειρά από εκτεταμένα δημοσιεύματα που συνοδεύονται από φωτογραφίες, τα οποία αναφέρονται στις κλοπές ή “κλοπές” των καλωδίων και του λοιπού εξοπλισμού, δημοσιεύματα που δημιουργούν εύλογα ερωτήματα…

Αλλά ακόμα και αν αρκεστούμε τα στοιχεία που προκύπτουν από τα επίσημα έγγραφα, τα ερωτήματα που αναφύονται είναι πολλά και μερικά από αυτά αμείλικτα για όσους ενεπλάκησαν στο έργο “ηλεκτροφωτισμός κάστρου Ακροκορίνθου“.

Το πρώτο βασικό ερώτημα είναι η επιμελημένη αποχή της αρμόδιας αρχαιολογικής υπηρεσίας (τότε 25η εφορεία βυζαντινών αρχαιοτήτων) από το όλο έργο, αφού περιορίστηκε μόνο στην εποπτεία του από καθαρά αρχαιολογικής πλευράς, χωρίς δηλαδή να θελήσει να αναμειχθεί στην υλοποίηση του από τεχνικής πλευράς και αυτό παρά το γεγονός ότι την ίδια αλλά και μεταγενέστερη εποχή η ίδια ακριβώς υπηρεσία είχε ενεργό ανάμειξη σε άλλα έργα και από τεχνικής πλευράς.

Γιατί άραγε μία υπηρεσία με πεπειραμένα, αξιόπιστα και άκρως υπηρεσιακά στελέχη και προσωπικό, θέλησε να απέχει;

Το δεύτερο ερώτημα είναι η επιλογή να φωτιστεί ο λόφος του Ακροκορίνθου και όχι το κάστρο καθεαυτό.

Σε όλες τις χώρες του κόσμου και στην Ελλάδα, όπου έχει επιλεχθεί φωτισμός μνημείου, φωτίζεται πρωτίστως το μνημείο και δευτερευόντως , είτε και τριτευόντως, είτε και καθόλου, ο περιβάλλων του χώρος.

Εδώ, έγινε ακριβώς το αντίθετο, αν και η επιλογή αυτή οδηγούσε σε μία άκρως εκτεταμένη κατασκευή, που όπως πολύ σύντομα αποδείχτηκε ήταν  ευάλωτη.

Γιατί έγινε αυτή η επιλογή;

Η παραπάνω διαπίστωση, μας οδηγεί στο τρίτο ερώτημα:

Δεν θα έπρεπε, από την στιγμή που έγινε η επιλογή μιας πολύ εκτεταμένης κατασκευής φωτισμού, να προβλεφθεί και η φύλαξη της με τρόπο που θα απέτρεπε τον οποίον βανδαλισμό η κλοπή;

4ο ερώτημα: Από τη στιγμή που, από καθαρή ανικανότητα, δεν προβλέφθηκε η φύλαξη του, όταν έγιναν αντιληπτές οι πρώτες εκτεταμένες κλοπές, δεν θα έπρεπε να κινητοποιηθεί ο Νομάρχης και η νομαρχία Κορινθίας για την προστασία του έργου;

Εδώ να σημειώσουμε ότι στο έγγραφο του υπουργείου πολιτισμού της 28/11/2012 αναφέρεται πολύ διαφωτιστικά ότι η αρμόδια εφορεία βυζαντινών αρχαιοτήτων έστειλε στις 17/11/2009 επείγον έγγραφο στη Νομαρχία Κορινθίας η Γεωργία με το όποιο έκρουε τον κώδωνα του κινδύνου για την κατάσταση, αλλά η νομαρχία απάντησε στο έγγραφο αυτό μετά από 4 μήνες!!

Στη συνέχεια, οι υπεύθυνοι της αρχαιολογικής υπηρεσίας με αγωνία ζήτησαν την συνεργασία της Νομαρχίας για την προβλήματος, καθώς το έργο κατέρρεε, αλλά η νομαρχία σιώπησε έκτοτε !!

Επί της περίεργης – τουλάχιστον- αυτής σιωπής, οι αρμόδιες υπηρεσίες του υπουργείου πολιτισμού έχουν τονίσει ότι θεωρούσαν αναγκαία τη συνεργασία των τεχνικών υπηρεσιών της πρώην Νομαρχιακής αυτοδιοίκησης Κορινθίας και ειδικότερα των ηλεκτρολόγων μηχανικών που επέβλεπαν την υλοποίηση του έργου και του αναδόχου που εκτέλεσε το έργο προκειμένου να καταγραφούν οι ζημιές και να εκτιμηθεί το κόστος αποκατάστασης…

Έως και σήμερα, δεν φαίνεται διάθεση για τον έλεγχο του έργου, γεγονός που μας οδηγεί στο πέμπτο ερώτημα:

Ποιος φορέας έλεγξε την εκτέλεση του έργου, ποιος φορέας πιστοποίησε ότι το έργο εκτελέστηκε σύμφωνα με τις προδιαγραφές που είχαν οριστεί και ποιος φορέας εκταμίευσε τα περίπου 2 εκατομμύρια στον ανάδοχο του έργου;

Όλα αυτά τα ερωτήματα θα πρέπει να απαντηθούν διότι όχι μόνο έχουν χαθεί δύο περίπου εκατομμύρια ευρώ, αλλά και ένα καταπληκτικό φρουριακό συγκρότημα, στην είσοδο της Πελοποννήσου, παραμένει βυθισμένο σχεδόν στο απόλυτο σκοτάδι, όταν άλλα φρούρια κα συγκροτήματα – κάστρα, χαμηλότερης ιστορικής αξίας, έχουν με επάρκεια και σεβασμό στην δική τους ιστορία φωταγωγηθεί.

Εν κατακλείδι για το είδος του φωτισμού που είχε επιλεγεί για το υπέροχο αυτό κάστρο, η ετυμηγορία όλων όσων ασχολήθηκαν μαζί του ήταν απορριπτική, καθώς αποτέλεσε μια “ύβρη” (η λέξη με την αρχαιοελληνική της έννοια) , τόσο για το κάστρο, όσο και για τον βράχο…