Βουλευτή Μεσσηνίας, Αλέξη Χαρίτση, στην διαρκή Επιτροπή Παραγωγής και Εμπορίου

Σημεία Ομιλίας του τομεάρχη Ανάπτυξης και Επενδύσεων της ΚΟ του ΣΥΡΙΖΑ – ΠΣ και βουλευτή Μεσσηνίας, Αλέξη Χαρίτση, στην διαρκή Επιτροπή Παραγωγής και Εμπορίου

« Εν μέσω πρωτοφανούς ακρίβειας η κυβέρνηση εκτοπίζει τους αγρότες από τις λαϊκές αγορές με ανυπολόγιστες συνέπειες για παραγωγούς και καταναλωτές»

Για «νομοσχέδιο που οδηγεί τους αγρότες εκτός των λαϊκών αγορών» με «ανυπολόγιστες επιπτώσεις στο εισόδημα και την επιβίωση αγροτών και επαγγελματιών αλλά και τις τιμές των προϊόντων» έκανε λόγο ο τομεάρχης Ανάπτυξης και Επενδύσεων του ΣΥΡΙΖΑ βουλευτής Μεσσηνίας, Αλέξης Χαρίτσης, μιλώντας στην Επιτροπή Παραγωγής και Εμπορίου, κατά την 1η συνεδρίαση επί του νομοσχεδίου του ΥΠΑΝ για τις λαϊκές αγορές. Ο ίδιος κατηγόρησε συνολικότερα την κυβέρνηση ότι «αντί να ενισχύσει την αναπτυξιακή προοπτική μιας εύθραυστης ακόμα οικονομίας», «προσπαθεί να μας πείσει ότι όλα πάνε καλά» και «αντιμετωπίζει την κρίση ως ευκαιρία για να περάσει αντικοινωνικές, αντιπαραγωγικές και αντιαναπτυξιακές αντι-μεταρρυθμίσεις».

«Στις σημερινές συνθήκες της πρωτοφανούς ακρίβειας, όπου τα νοικοκυριά αδυνατούν να ανταποκριθούν στην κάλυψη βασικών βιοτικών αναγκών, αντί να στηρίξετε και να ενθαρρύνετε τον πρωτογενή τομέα, μετατρέπετε το δικαίωμα των παραγωγών να πουλάνε τα προϊόντα τους απευθείας στον καταναλωτή σε προνόμιο» δήλωσε ο τομεάρχης Ανάπτυξης. «Φέρνετε ένα νομοσχέδιο που θέτει ανέφικτους όρους για την δραστηριοποίηση στις λαϊκές αγορές και εξοντωτικές ποινές σε πλήρη αναντιστοιχία με τις παραβάσεις» συνέχισε ο ίδιος, αναφέροντας ότι «οι παραγωγοί χάνουν τις θέσεις τους αν δεν πουλήσουν το 50% της δηλωθείσας παραγωγής αλλά και για την μη έκδοση αποδείξεων 2 φορές μέσα σε έναν ολόκληρο χρόνο» ενώ «τους υποχρεώνετε να δηλώνουν σε πληροφοριακό σύστημα τις ποσότητες και τις τιμές εκκίνησης των προϊόντων τους έως τις 8 το πρωί, εξομοιώνοντας τους με τα μεγάλα Super Market με ετήσιο τζίρο άνω των 90 εκατομμυρίων». «Ποιος άλλος επαγγελματίας τιμωρείται έτσι επειδή οι δουλειές του δεν πήγαν καλά ή χάνει την άδεια του καταστήματός του αν δεν εκδώσει δύο αποδείξεις;» διερωτήθηκε ο Αλ. Χαρίτσης.

Ο τομεάρχης του ΣΥΡΙΖΑ, κάλεσε τον υπουργό Ανάπτυξης να διασφαλίσει ότι «θα παραμείνουν στις θέσεις τους όλοι οι παραγωγοί που δραστηριοποιούνται σήμερα στις λαϊκές» και «ότι οι καταναλωτές θα συνεχίσουν να προμηθεύονται ποιοτικά είδη διατροφής σε λογικές τιμές». «Γι’ αυτό άλλωστε το 2017 η Κυβέρνησή ΣΥΡΙΖΑ προχώρησε στην αναμόρφωση και τον εκσυγχρονισμό του σχετικού θεσμικού πλαισίου, που τότε υπερψηφίστηκε από το σύνολο σχεδόν του Κοινοβουλίου και το οποίο επί της ουσίας ποτέ δεν το εφαρμόσατε» κατέληξε ο Αλ. Χαρίτσης.

Επισυνάπτεται ολόκληρη η ομιλία.

Ομιλίας του τομεάρχη Ανάπτυξης και Επενδύσεων της ΚΟ του ΣΥΡΙΖΑ – ΠΣ και βουλευτή Μεσσηνίας, Αλέξη Χαρίτση, στην διαρκή Επιτροπή Παραγωγής και Εμπορίου

« Εν μέσω πρωτοφανούς ακρίβειας η κυβέρνηση εκτοπίζει τους αγρότες από τις λαϊκές αγορές με ανυπολόγιστες συνέπειες για παραγωγούς και καταναλωτές»

Να δούμε σε ποιο πλαίσιο καλούμαστε να συζητήσουμε σήμερα αυτό το νομοσχέδιο.
Πρόκειται για μια περίοδο εξαιρετικά κρίσιμη για το σύνολο της ελληνικής κοινωνίας όπου η πλειοψηφία των συμπολιτών μας υφίσταται τις βαρύτατες και πολλαπλές επιπτώσεις της πανδημικής κρίσης.
Για το θέμα δεν θα αναφερθώ περαιτέρω, καθώς σήμερα το πρωί πραγματοποιήθηκε συζήτηση στη Βουλή σε επίπεδο πολιτικών αρχηγών, όπου ο Πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ- ΠΣ παρέθεσε αναλυτικά στοιχεία για την προβληματική και αποτυχημένη διαχείριση της πανδημίας από την Κυβέρνηση.
Και στο πεδίο της οικονομίας όμως τα πράγματα είναι πολύ ανησυχητικά.
Στη μεγάλη εικόνα, στο μακροοικονομικό επίπεδο, η ΕΛΣΤΑΤ αναθεώρησε μόλις την περασμένη Παρασκευή επί τα χείρω την καθίζηση του 2020.
Στο 9% η ύφεση, φέρνοντας τη χώρα μας στη 2η χειρότερη θέση στην Ευρώπη.
Πολύ ανησυχητικές είναι όμως οι εξελίξεις και σε σχέση με το Ταμείο Ανάκαμψης και την εισροή κρίσιμων πόρων για την ελληνική οικονομία.
Κι εδώ εσείς οι ίδιοι με τις προβλέψεις σας έρχεστε σε αντίφαση, καθώς μέσα σε μόλις 7 μήνες αναθεωρήσατε τις εκτιμήσεις σας για τις δαπάνες του ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας προς τα κάτω κατά περισσότερο από 1 δισ. ευρώ.
2,635δισ. ευρώ ήταν η πρόβλεψή σας για τις δαπάνες του Ταμείου στην εισηγητική έκθεση του προϋπολογισμού του 2021, η οποία κατατέθηκε τον Νοέμβριο του 2020.
Μόλις στα 1,599δισ. ευρώ διαμορφώθηκε όμως στο Μεσοπρόθεσμο Δημοσιονομικό Πλαίσιο Στρατηγικής 2022-2025, το οποίο ψηφίστηκε την 1/7/2021.
Ενώ στο προσχέδιο του προϋπολογισμού του 2022 που κατατέθηκε στη Βουλή στις 4/10, δεν γίνεται σαφές ποιες δαπάνες σχεδιάζεται να εκτελεστούν από πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας μέχρι το τέλος του 2021.
Τελικά ποιες είναι προβλεπόμενες δαπάνες για το 2021;
Για το συγκεκριμένο θέμα καταθέτω και ερώτηση σήμερα προς τον Υπουργό Οικονομικών, με τις συνυπογραφές μάλιστα 64 βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ και ζητάμε συγκεκριμένες απαντήσεις.
Και βεβαίως, μέσα σε όλα αυτά, καταγράφεται πάλι από την ΕΛΣΤΑΤ ένα διαρκώς διογκούμενο κύμα ανατιμήσεων σε είδη πρώτης ανάγκης, σε πρώτες ύλες, σε μεταφορικά κόστη και βεβαίως στην ενέργεια.
Την ίδια στιγμή, τα νοικοκυριά και δη τα πιο ευάλωτα βλέπουν την αγοραστική τους δύναμη να συρρικνώνεται.
Kαι σύμφωνα και πάλι με τα επίσημα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ:
• το 6,1% του πληθυσμού αντιμετώπισε το 2020 μέτρια έως και σοβαρή ανεπάρκεια τροφής. Πρόβλημα που αναμένεται να επιδεινωθεί από τις ανατιμήσεις που ήδη βιώνουμε στα τρόφιμα.
• Το ποσοστό των νοικοκυριών που δηλώνουν οικονομική αδυναμία να έχουν ικανοποιητική θέρμανση το χειμώνα ανέρχεται σε 17,1%.
• Το 96,7% των φτωχών νοικοκυριών και το 40,8% των μη φτωχών δηλώνει οικονομική δυσκολία να καλύψει έκτακτες, αλλά αναγκαίες δαπάνες ύψους, περίπου, 395 ευρώ.
• Το 45,8% των φτωχών νοικοκυριών δηλώνει ότι στερείται διατροφής που περιλαμβάνει κάθε δεύτερη ημέρα κοτόπουλο, κρέας, ψάρι ή λαχανικά ίσης θρεπτικής αξίας.
• Οι κοινωνικές ανισότητες μετά την μείωσή τους την περίοδο 2016-2019, αυξάνονται και πάλι από το 2020.
Η κατάσταση λοιπόν είναι πολύ δύσκολη.
Και η Κυβέρνηση τι κάνει;
Αντί να θωρακίσει την οικονομία απέναντι στους κινδύνους, αντί να ενισχύσει την αναπτυξιακή προοπτική μιας εύθραυστης ακόμα οικονομίας, κάνει δύο πράγματα:
Πρώτον – Η Κυβέρνηση πανηγυρίζει και προσπαθεί να κατασκευάσει μια κατάσταση εικονικής πραγματικότητας.
Η Κυβέρνηση προσπαθεί να μας πείσει ότι όλα πάνε καλά.
Χωρίς να απαντά στο βασικό ερώτημα με ποιον τρόπο η ονομαστική ανάταξη – η οποία ήταν και φυσικό επόμενο μετά το lock down του 2020- θα μετατραπεί σε δίκαιη, συμπεριληπτική και διατηρήσιμη ανάπτυξη για το σύνολο της ελληνικής κοινωνίας.
Για να δώσω ένα πολύ σημαντικό παράδειγμα:
Για την ενεργειακή κρίση που απειλεί το σύνολο της κοινωνίας και της οικονομίας.
Ακόμα και η συνήθως βραδυκίνητη ΕΕ ανακοίνωσε την προηγούμενη βδομάδα δέσμη προτάσεων για την αντιμετώπισή της.
Για την ενίσχυση των εισοδημάτων των πολιτών, για τη στήριξη των ευάλωτων μικρομεσαίων επιχειρήσεων, για τη στοχευμένη μείωση φορολογικών υποχρεώσεων.
Και τι κάνει η κυβέρνηση Μητσοτάκη;
Τίποτα από όλα αυτά.
Θεωρεί ότι με μια αποσπασματική, ελλιπέστατη επιδοματική πολιτική θα αντιμετωπίσει μια τόσο σοβαρή κρίση!
Ακόμα και ο βουλευτής σας και αντιπρόεδρος της Βουλής κ. Κακλαμάνης σας το είπε σήμερα!
Γιατί δεν προχωράτε στη μείωση του ΕΦΚ στα καύσιμα για την περίοδο της κρίσης;
Ο ΣΥΡΙΖΑ κατέθεσε τροπολογία για το συγκεκριμένο θέμα.
Την οποία δυστυχώς την απορρίψατε!
Εξωραϊσμός της πραγματικότητας λοιπόν. Αυτό είναι το πρώτο που κάνετε!
Και το δεύτερο που κάνετε είναι να αντιμετωπίσετε την κρίση ως ευκαιρία!
Για να περάσετε αντικοινωνικές – αντιπαραγωγικές – αντιαναπτυξιακές εν τέλει, αντι-μεταρρυθμίσεις.
Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα βεβαίως είναι ο πολύπαθος επί ημερών σας κλάδος της ενέργειας.
Που αντί να ενισχύσετε την δημόσια παρουσία.
Αντί να ρυθμίσετε αποφασιστικά την αγορά, προχωράτε σε πλήρη εκποίηση των βασικών ενεργειακών υποδομών.
Των δικτύων ηλεκτρισμού και αερίου, τα φυσικά μονοπώλια δηλαδή.
Και βεβαίως της ΔΕΗ.
Της μεγαλύτερης επιχείρησης της χώρας.
Της ατμομηχανής της ανάπτυξης για δεκαετίες.
Αντί για ένα στρατηγικό σχέδιο εκσυγχρονισμού, αναδιοργάνωσης και αναβάθμισης της δημόσιας συμμετοχής, η κυβέρνηση αποφασίζει αιφνιδιαστικά να προχωρήσει σε πλήρη ιδιωτικοποίηση.
Κυρίες και κύριοι βουλευτές,
Τα λέω όλα αυτά γιατί και το συγκεκριμένο νομοσχέδιο σε αυτή τη λογική εντάσσεται.
Τι κάνετε εδώ;
Αλλάζετε δομικά έναν σημαντικό θεσμό για την ελληνική κοινωνία.
Τις λαϊκές αγορές.
Αρνείστε να δείτε τις πραγματικές, πιεστικές ανάγκες της ελληνική κοινωνίας όπως αυτές διαμορφώνονται σήμερα, εγκλωβισμένοι στο νεοφιλελεύθερο αφήγημα σας.
Αντί να στηρίξετε και να ενθαρρύνετε τον πρωτογενή τομέα με ουσιαστικά έργα υποδομής, μέτρα για μείωση του κόστους παραγωγής και προγράμματα στήριξης, οδηγείτε τους αγρότες εκτός των λαϊκών αγορών.
Κατεβάζετε προς ψήφιση ένα νομοσχέδιο που θέτει φραγμούς και εμπόδια στην αδιαμεσολάβητη σχέση με τους καταναλωτές.
Με ανυπολόγιστες επιπτώσεις στο εισόδημα και την ίδια την επιβίωση αγροτών και επαγγελματιών.
Και κατ’ επέκταση στις τιμές των προϊόντων αλλά και τη δυνατότητα των καταναλωτών για πρόσβαση σε ποιοτικά και οικονομικά προϊόντα.
Και βεβαίως, επειδή και η μεθοδολογία έχει τη σημασία της, το κάνετε αυτό αφού προηγήθηκαν προσχέδια επί προσχεδίων, διαρροές επί διαρροών, μήνες ανασφάλειας και εκφοβισμού παραγωγών και επαγγελματιών.
Σε μια προσπάθεια να δείξετε ότι τους λάβατε υπόψη, μεταβάλλατε κάποιες διατάξεις ως προς το ευνοϊκότερο, διατηρώντας όμως την ουσία τους.
Ενώ σημεία που συγκέντρωσαν την μήνιν παραγωγών και επαγγελματιών απλά παραπέμπονται στις εξουσιοδοτικές διατάξεις και θα ρυθμιστούν σε δεύτερο χρόνο με απλή απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης.
Σε αυτό το σημείο θα ήθελα να σταθώ.
Δίνετε υπερεξουσίες στον εκάστοτε Υπουργό Ανάπτυξης και μάλιστα για θέματα που θα μπορούσαν ήδη να περιγράφονται και να προβλέπονται σαφέστατα στο Νομοσχέδιο. Με 16 υπουργικές αποφάσεις – ένα παράλληλο νομοσχέδιο μέσα σε αυτό που συζητάμε- ρυθμίζονται θέματα που παραγωγοί και επαγγελματίες έχουν το δικαίωμα να γνωρίζουν εξαρχής. Τι θα πουλάνε, με τι όρους και πώς θα ανανεώνονται οι άδειές τους.
Καθώς τίθεται ένα σημαντικό θέμα που αφορά τη διάκριση των εξουσιών.
Η Κυβέρνηση το προηγούμενο διάστημα και με πρόσχημα την πανδημία επέλεξε να νομοθετεί επανειλημμένα με Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου, ακόμα και σε θέματα που δεν είχαν σύνδεση με αυτή.
Προκαλώντας ένα μείζον θέμα δημοκρατίας το οποίο είχαμε αναδείξει στη Βουλή.
Η μεταφορά θεμάτων που προκαλούν τις αντιδράσεις της κοινωνίας σε υπουργικές αποφάσεις, προκαλεί σύγχυση μεταξύ των εξουσιών μετατρέποντας την εκτελεστική εξουσία σε νομοθετική.
Αντί η Κυβέρνηση να συζητά με την ελληνική κοινωνία και να νομοθετεί για αυτήν, επιλέγει να νομοθετεί εν κρυπτώ με υπουργικές αποφάσεις (!), σε μια προσπάθεια άμβλυνσης των αντιδράσεων.
Αυτό αντιμετωπίζουμε και στο συγκεκριμένο νομοσχέδιο όπου για παράδειγμα οι μαζικές αντιδράσεις των φορέων για τη σύνδεση της ανανέωσης της άδειάς τους με τη φορολογική & ασφαλιστική ενημερότητα, οδήγησαν το Υπουργείο να αποφασίσει τη μεταφορά της απόφασης μέσω των εξουσιοδοτικών διατάξεων στον Υπουργό. – Μάλιστα για μια υποχρέωση την οποία ο Συνήγορος του Πολίτη έχει κρίνει ως αντισυνταγματική.
Τι επιλέγετε όμως να φέρετε στην Βουλή, σε μια χρονική συγκυρία που τα ζητήματα της ασφάλειας των τροφίμων και της διατροφικής επάρκειας αναδεικνύονται ως εξαιρετικά κρίσιμα σε παγκόσμιο και σε εθνικό επίπεδο;
Το δικαίωμα των παραγωγών να πουλάνε τα προϊόντα τους απευθείας στον καταναλωτή μετατρέπεται σε προνόμιο.
Αυτό κάνετε.
Αλλοιώνεται ολοκληρωτικά ο σκοπός των Λαϊκών Αγορών, που δεν είναι άλλος από την προμήθεια των καταναλωτών με ποιοτικά και οικονομικά προϊόντα διατροφής κατευθείαν από τον παραγωγό, χωρίς μεσάζοντες.
Και πότε γίνεται αυτό;
Στις σημερινές συνθήκες της πρωτοφανούς ακρίβειας.
Που τα νοικοκυριά, σας έδωσα τα στοιχεία, αδυνατούν να ανταποκριθούν στην κάλυψη βασικών βιοτικών αναγκών σε είδη διατροφής.
Τώρα δηλαδή που η πρόσβαση των καταναλωτών σε ποιοτικά και φθηνά προϊόντα είναι πιο κρίσιμη από ποτέ, τώρα φέρνετε αυτό το νομοσχέδιο!
Αντί να ενισχύσετε τους παραγωγούς, τους βάζετε εμπόδια!
Αντί να στηρίξετε τους καταναλωτές, τους αυξάνετε την ανασφάλεια!
Αυτό που τελικά προσπαθείτε να επιβάλλετε είναι λαϊκές αγορές χωρίς παραγωγούς.
Για αυτό και δίνετε την δυνατότητα σε όποιον έχει παραγωγική άδεια να την μετατρέψει σε επαγγελματική με μία απλή αίτηση.
Αντί να μετατρέψετε τους παραγωγούς σε εμπόρους, δώστε τους κίνητρα για να παραμείνουν στην πρωτογενή παραγωγή.
Τίθενται ανέφικτοι όροι για την δραστηριοποίηση στις λαϊκές και εξοντωτικές ποινές σε τόση αναντιστοιχία με τις παραβάσεις, που αναρωτιέται κανείς τι σκοπό εξυπηρετούν, πέρα από το εκδιωχθούν τελικά οι παραγωγοί και οι μικροί επαγγελματίες από τον φυσικό τους χώρο.
Οι παραγωγοί χάνουν τις θέσεις δραστηριοποίησης τους αν δεν πουλήσουν το 50% της δηλωθείσας παραγωγής.
Όπως επίσης και για την μη έκδοση αποδείξεων 2 φορές μέσα σε έναν ολόκληρο χρόνο – ασχέτως μάλιστα του ποσού της απόδειξης!
Ή αν δεν παραστεί στην λαϊκή αγορά για 30 ημέρες μέσα σε 1 έτος.
Ποιος άλλος επαγγελματίας τιμωρείται έτσι επειδή οι δουλειές του δεν πήγαν καλά;
Γιατί υποχρεώνετε έναν παραγωγό να διαθέτει το σύνολο της παραγωγής του στην λαϊκή αγορά προκειμένου να του επαναχορηγηθεί η θέση, αν ενδεχομένως καταφέρει να το αλλού με καλύτερους όρους;
Ποιος άλλος έμπορος χάνει την άδεια του καταστήματός του αν δεν εκδώσει δύο αποδείξεις;
Υποχρεώνετε τους πωλητές να δηλώνουν σε πληροφοριακό σύστημα τις ποσότητες και τις τιμές εκκίνησης των προϊόντων τους έως τις 8 το πρωί.
Κάτι που δεν ισχύει για κανένα άλλο κλάδο του εμπορίου, παρά μόνο για τις υπεραγορές τροφίμων με κύκλο εργασιών άνω των 90 εκατομμυρίων.
Εξομοιώνετε δηλαδή τους μικρούς παραγωγούς και εμπόρους νωπών λαχανικών και φρούτων με τις μεγάλα Super Market.
Κύριε Υπουργέ,
Οι παραγωγοί και οι έμποροι που δραστηριοποιούνται στις λαϊκές αγορές είναι οι πρώτοι που ζητούν την διαφάνεια και τον εκσυγχρονισμό τους.
Γι’ αυτό άλλωστε το 2017 η Κυβέρνησή ΣΥΡΙΖΑ προχώρησε στην αναμόρφωση και τον εκσυγχρονισμό του σχετικού θεσμικού πλαισίου.
Τότε υπερψηφίστηκε από το σύνολο σχεδόν του Κοινοβουλίου.
Στη συνέχεια όμως, όταν εκλεγήκατε στην Κυβέρνηση, από την πρώτη στιγμή είπατε ότι θα το καταργήσετε και επί της ουσίας ποτέ δεν το εφαρμόσατε. Γιατί;
Κλείνοντας, το κρίσιμο ερώτημα είναι το εξής:
Θα παραμείνουν στις θέσεις τους όλοι οι παραγωγοί που δραστηριοποιούνται σήμερα στις λαϊκές;
Δεσμεύεστε κ. Υπουργέ ότι είναι ασφαλείς οι θέσεις τους; Δεσμεύεστε ότι οι καταναλωτές θα συνεχίσουν να προμηθεύονται ποιοτικά είδη διατροφής σε λογικές τιμές;
Πολύ φοβάμαι ότι η απάντησή σας, με το νομοσχέδιο που φέρνετε, είναι κατηγορηματικά αρνητική.