Κυριακή 1η του Μάη του 1944 στην Καισαριανή…

«(…)Τα ξημερώματα τους είδαμε να έρχονται από την Υμηττού, τους φέρνανε από το Χαϊδάρι. Παρόλο που είχαμε αντιμετωπίσει κι άλλες φορές εκτελέσεις στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής , κατά τις οποίες οι Γερμανοί πότε εκτελούσαν τριάντα, πότε δεκαπέντε, αυτή τη φορά παγώσαμε. Ερχόντουσαν τα καμιόνια το ένα πίσω από το άλλο. πολλά καμιόνια, δεν ήταν ούτε ένα ούτε δύο, ήταν πολλά. Καθώς πλησίαζαν, οι κρατούμενοι μέσα από τα καμιόνια πετούσαν έξω ό,τι μπορούσαν, μα ένα γράμμα, ένα σημείωμα για τους δικούς τους, για τον κόσμο: “Πεθαίνω για την πατρίδα”, έγραφαν. Και ήταν κομμουνιστές και οι διακόσιοι με τη σωστή έννοια της λέξης.
(…) Πραγματικά και οι διακόσιοι στάθηκαν απέναντι στο θάνατο με ηρωισμό, με παλικαριά. Κανένας δε δέχτηκε να του δέσουν τα μάτια. Και η κάθε εικοσάδα έφτανε στο σημείο της εκτέλεσης τραγουδώντας τον Εθνικό Υμνο.
(…) Και σηκώνανε ορισμένοι και τις δύο γροθιές. Τις σήκωσε κι ο Σουκατζίδης, ακροναυπλιώτης κι αυτός. Ηταν σαν να πήγαιναν σε γιορτή κι όχι για να εκτελεστούν.
Απορούσα καθώς ακούγαμε εκείνα τα λίγα λόγια από τα τραγούδια. Γιατί όλο το τραγούδι δεν προλάβαιναν να το τελειώσουν, στροφές έλεγαν, ο καθένας το δικό του, με τον δικό του μοναδικό τρόπο και με τις γροθιές υψωμένες. (…).
(…) Εμείς παρακολουθούσαμε με τα κιάλια και συζητούσαμε πώς θα αντιμετωπίσουμε την κατάσταση, πώς θα κρατήσουμε το ηθικό του κόσμου. Οταν έφυγαν οι Γερμανοί, κατεβήκαμε, μιλήσαμε στον κόσμο, και εκείνη την ημέρα έγινε επιστράτευση κομμουνιστών. Διακόσιους σκοτώσανε, επιστρατευτήκαμε άλλοι κομμουνιστές στη θέση τους – γιατί αγωνιστές υπήρχαν ήδη πάρα πολλοί».
«Ευτυχία Μορίκη: Η “μάνα” της Καισαριανής – Μαρτυρία»
Κυριακή 1η του Μάη του 1944
Απο το βιβλίο της δημοσιογράφου Αννας Μπαλλή
ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ
Στις 27 Απριλίου του 1944 διμοιρία του 8ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ Πελοποννήσουσκοτώνει, σε ενέδρα στον δρόμο Μολάων Σπάρτης στη Λακωνία, τον Γερμανό στρατιωτικό διοικητή Πελοποννήσου, στρατηγό Φράντς Κρεχ και τρεις άνδρες της συνοδείας του.

Σε αντίποινα, ο στρατός κατοχής αποφάσισε «την εκτέλεση 200 κομμουνιστών, καθώς και την εκτέλεση όλων των ανδρών που θα συλλαμβάνονται μεταξύ Μολάων και Σπάρτης».

Στην πλειοψηφία τους (περίπου 170), οι εκτελεσθέντες ήταν   πολιτικοί κρατούμενοι στην Ακροναυπλία επί δικτατορίας της 4ης Αυγούστου. Οι υπόλοιποι ήταν εξόριστοι από την Ανάφη. Η “εθνική κυβέρνησις”, λίγο πριν το βάλει στα πόδια μετά την κατάρρευση του μετώπου (το κομμάτι τουλάχιστον αυτής, που δεν έσπευσε αμέσως να γίνει το υπάκουο σκυλάκι των κατοχικών αρχών) έβαλε την τελευταία πινελιά στο έγκλημά της, παραδίδοντας τους κρατουμένους στους Ιταλούς κατακτητές. Μετά τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας στις 8 Σεπτεμβρίου 1943, οι κρατούμενοι πέρασαν στη δικαιοδοσία των Γερμανών, οι οποίοι τους μετέφεραν στο Χαϊδάρι.

Η αναφορά του ονόματος του Σουκατζίδη στη λίστα των μελλοθανάτων της 1ης Μαΐου 1944 προκάλεσε μεγάλη κατάπληξη και δέος στους κρατουμένους του Χαϊδαρίου. Ο ίδιος αποδέχθηκε τη μοίρα με ένα χαμόγελο και παρέδωσε τη σφυρίχτρα και τα χαρτιά του στον βοηθό διερμηνέα Θανάση Μερεμέτη λέγοντάς του:

«Θανάση, μη ξεχνάς ποτέ πως είσαι Έλληνας κρατούμενος και εξυπηρετείς Έλληνες αγωνιστές. Να είσαι πάντα καλός και μαλακός μαζί τους. Στο πρόσωπό σου τους αποχαιρετώ όλους».

Με δέκα φορτηγά έγινε η μεταφορά. Στη διαδρομή για την εκτέλεση, από το Χαϊδάρι στην Καισαριανή, ορισμένοι μελλοθάνατοι πετούν στο δρόμο τα στερνά τους σημειώματα. Αποτυπώνουν έτσι με λίγες λέξεις το μεγαλείο της ανδρείας τους.

Ο Ναπολέων Σουκατζίδης γράφει στον πατέρα του: «Φώτην Σουκατζίδην, Αρκαλοχώρι Ηρακλείου Κρήτης. Πατερούλη, Πάω για εκτέλεση, να ‘σαι περήφανος για τον μονάκριβο γιο σου…» Στην αρραβωνιαστικιά του: «Η τελευταία σκέψη μαζί σου. Θα ‘θελα να σε κάνω ευτυχισμένη. Να βρεις σύντροφο άξιό σου και άξιό μου».

Ο Νίκος Μαριακάκης γράφει: «Καλύτερα να πεθαίνει κανείς στον αγώνα για τη λευτεριά, παρά να ζει σκλάβος, N.Μαριακάκης Γεωπόνος Χανιά, 1-5-44, Όποιος το βρει να μην το καταστρέψει».