ΜΕΛΟΠΟΙΗΜΕΝΗ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΡΙΤΣΟΥ ΑΠΟ ΤΟΝ ΜΙΚΗ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ «Αυτές οι καρδιές δε βολεύονται παρά μόνο στο δίκιο» (

Η μελοποίηση έργων του Γιάννη Ρίτσου από τον Μίκη Θεοδωράκη, μας έχει προσφέρει ορισμένα από τα μεγαλύτερα αριστουργήματα, έχει συμβάλει καθοριστικά ώστε να μπουν στα χείλη και στις καρδιές του λαού ανεξίτηλα τα λόγια των μεγάλων ποιητών, λόγια που αφηγούνται τα οράματα και την ασίγαστη πάλη του λαού.

Ο Μ. Θεοδωράκης γνώρισε τον ποιητή Γιάννη Ρίτσο το 1945 στη Λέσχη της ΕΠΟΝ (Ακαδημίας και Κριεζώτου). Σύμφωνα με τα όσα έχει αναφέρει ο συνθέτης στο περιοδικό «Ελίτροχος» (1995), είχε αναλάβει να ανακαλύψει και να συγκεντρώσει τους άξιους νέους ποιητές και συγγραφείς, «τον Κώστα Κοτζιά, τον Τάσο Λειβαδίτη, τον Μιχάλη Κατσαρό και τόσους άλλους, που το όνομά τους θα το γνώριζε κάποτε όλη η Ελλάδα. Ο Ρίτσος, ο Βρεττάκος, ο Ρώτας ήταν αυτοί, που ακούγοντας τα κείμενά τους και συζητώντας μαζί τους μια φορά την εβδομάδα, θα βοηθούσαν ώστε να γεννηθεί μια νέα γενιά ποιητών και συγγραφέων, η Γενιά της Αντίστασης…».

 

 

Η μελοποίηση της ποίησης του Γιάννη Ρίτσου από τον Μίκη Θεοδωράκη έχει προσφέρει τους ανεπανάληπτους δίσκους «Επιτάφιος», «Ρωμιοσύνη», «18 λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας», «Οι Γειτονιές του Κόσμου», «7η Συμφωνία». Κάθε δίσκος και μια ιστορία… Κάθε δίσκος δεμένος και με μια ξεχωριστή στιγμή της σύγχρονης ελληνικής Ιστορίας και του λαϊκού κινήματος.

Το 1945-’46 ο Ρίτσος γράφει τη μεγάλη ποιητική σύνθεση, «Ρωμιοσύνη». Το 1966 μελοποιείται από τον Μίκη.

Είναι χαρακτηριστική η διήγηση του Μίκη στο περιοδικό «Ελίτροχος» για το πώς έγραψε τη «Ρωμιοσύνη» αλλά και για τη μεγάλη λαϊκή συναυλία που πραγματοποιήθηκε στο γήπεδο της ΑΕΚ στη Φιλαδέλφεια το 1966:

«Τη “Ρωμιοσύνη” μου την είχαν φέρει στο σπίτι γυναίκες κρατουμένων πολλά χρόνια πριν. Είχαν περάσει πρώτα από τον Ρίτσο, που διάλεξε ο ίδιος τα αποσπάσματα από τη “ΔΟΚΙΜΑΣΙΑ”, για να μου τα εμπιστευθεί. Όμως, τα χειρόγραφα σκεπάστηκαν από άλλα. Χάθηκαν. Ξεχάστηκαν. Ώσπου εκείνη ακριβώς τη στιγμή, κάποιο χέρι (σ.σ. Γιορτή των Φώτων του 1966) τα ανέσυρε και τα ακούμπησε στο πιάνο. Είχαν προηγηθεί συγκρούσεις στον Πειραιά με την Αστυνομία. Ο άγριος ξυλοδαρμός και η κακοποίησή μου, γεγονότα που με επηρέασαν βαθιά. Τόσο που, μόλις διάβασα τον πρώτο στίχο “Αυτά τα δέντρα δε βολεύονται με λιγότερο ουρανό…”, κάθισα, όπως ήμουν λερωμένος με λάσπη και αίματα, και συνέθεσα μονορούφι τη “Ρωμιοσύνη”.

Όταν την άλλη μέρα την άκουσε ο Ρίτσος, έμεινε άφωνος. Ποτέ άλλοτε δεν τον είδα τόσο χαρούμενο, τόσο συγκλονισμένο, όσο τη μέρα που στο “Κεντρικόν”, που ήταν γεμάτο με αντιστασιακούς, ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης τραγούδησε τη “Ρωμιοσύνη” (…).

Το καλοκαίρι του ’66, αποφασίσαμε να κάνουμε το μεγάλο άλμα: Συναυλία σε γήπεδο, μιας και δε μας χωρούσαν πια οι μικρές αίθουσες. Διαλέξαμε την ΑΕΚ στη Ν. Φιλαδέλφεια. Ήταν η πρώτη Λαϊκή Συναυλία σε ανοιχτό χώρο. Περάσαμε με το αυτοκίνητο και πήραμε απ’ το σπίτι τους τον Γιάννη και την Φαλίτσα. Μπροστά στο γήπεδο, καθισμένοι στα καφενεία, οι ηλικιωμένοι άντρες και γυναίκες, όλοι τους αντιστασιακοί, περίμεναν να μπουν πρώτοι.

Τι δεν έκανε η αντίδραση τότε, για να εμποδίσει το λαό να ρθει να μας ακούσει! Εκατοντάδες με στολές γύρω – γύρω, σαν μπαμπούλες, για να φοβίζουν. Άλλες εκατοντάδες χαφιέδες, για να αναγνωρίζουν και να τρομοκρατούν. Ως και το ηλεκτρικό ρεύμα σταμάτησαν, με αποτέλεσμα να μείνουν στο τούνελ οι συρμοί του Ηλεκτρικού.

Εμείς με τον Ρίτσο βγαίναμε απ’ τα αποδυτήρια στο γήπεδο, που ήταν ακόμα άδειο. Κοιτάζαμε τον ουρανό και σαν μέλη κάποιου φανταστικού αρχαίου χορού, φωνάζαμε μισοαστεία – μισοσοβαρά:

– Ελα Λαέ! Νίκησε Λαέ! Λαέ, δείξε τη δύναμή σου!

Και από μέσα, οι γυναίκες μας να μας μαλώνουν, μήπως και μας ακούσει κανείς και μας περάσει για τρελούς… Φαίνεται, όμως, πως οι προσευχές μας εισακούσθηκαν, γιατί αιφνιδίως το στάδιο γέμισε. Λες και ήταν συνεννοημένοι, όρμησαν όλοι μαζί, γυναίκες, άντρες, παιδιά. Ξεχύθηκαν απ’ τα σοκάκια και τα στενά…

Παραμέρισαν τη φανερή και τη μυστική τρομοκρατία και έγιναν στην αρχή ένα χαρούμενο, πολύβουο πλήθος, που μας γέμισε αγαλλίαση και αμέσως μετά ένα σιωπηλό, παλλόμενο εσωτερικά εκκλησίασμα.

Διηύθυνα πρώτα το “Μαουτχάουζεν” με την Μαρία Φαραντούρη και μετά τη “Ρωμιοσύνη” με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση.

Ο Γιάννης Ρίτσος, καθισμένος ακριβώς πίσω μου, ρουφούσε τη συγκλονιστική στιγμή με όλους τους πόρους της ψυχής του.

Δεν ήταν μόνο η μουσική, η ποίηση, το τραγούδι. Ήταν προπαντός αυτή η μυστική μέθεξη όλων αυτών των χιλιάδων, που μέσα απ’ τη “Ρωμιοσύνη”, ξαναζούσαν μέσα τους και ξαναδημιουργούσαν ιδεατά το μέγα όνειρο που είχαν όλοι μαζί ζήσει, αφού οι ίδιοι το είχαν πρώτα δημιουργήσει...

ΠΗΓΗ: 902GR