ΕΛΛΑΔΑΚοινωνικάΠολιτική

Ας μιλήσουμε για τις πυρκαγιές

Του Αντώνη Ραλλάτου*

 

Ενα ακόμη καλοκαίρι η πύρινη λαίλαπα αποτελεί τον «εποχικό επισκέπτη» σε πολλές περιοχές της Ελλάδας. Οι δασικές πυρκαγιές σε Δερβενοχώρια – Μάνδρα, Κουβαρά – Σαρωνίδα, Ρόδο, Λακωνία και αλλού έχουν ήδη καταστρέψει εκατοντάδες χιλιάδες στρέμματα.

 

Για άλλη μια χρονιά, διαψεύδονται η σημερινή και η προηγούμενη κυβέρνηση της ΝΔ, ο πρωθυπουργός, κ. Μητσοτάκης, που όπως το 2019 και το 2021, διαβεβαίωναν για την ετοιμότητα του κράτους απέναντι στις δασικές πυρκαγιές.

 

Φέτος πάλι έγινε «ό,τι είναι ανθρωπίνως δυνατό», ζητήθηκε «συγγνώμη» για τις καταστροφές, ρίχνοντας τις ευθύνες στα «ακραία καιρικά φαινόμενα», στην «κλιματική κρίση», άντε και «ολίγη» στις «αδυναμίες του κράτους», για να γίνει πιο πειστική η κυβέρνηση.

 

Οπως μάλιστα μας βεβαιώνει «αρμοδίως» ο υπουργός Πολιτικής Προστασίας, Β. Κικίλιας, «πυρκαγιές είχαμε, έχουμε και θα έχουμε». Τα ίδια έκαναν και όλες οι άλλες κυβερνήσεις του ΣΥΡΙΖΑ, του ΠΑΣΟΚ.

 

Η πραγματικότητα είναι σκληρή. Οι καταστροφές είναι το διαχρονικό πολιτικό έγκλημα της πολιτικής κόστους – οφέλους, του κέρδους για το κεφάλαιο, της εμπορευματοποίησης της γης, των δασών, της κατοικίας. Είναι το αποτέλεσμα της πολιτικής της «πράσινης μετάβασης», που υλοποιείται με τη συνενοχή όλων των μέχρι σήμερα κυβερνήσεων. Διατηρεί στην επικαιρότητα το σύνθημα «Τα κέρδη τους ή οι ζωές μας».

Ας πούμε «τα σύκα σύκα και τη σκάφη σκάφη»

1. Εγινε ό,τι είναι ανθρωπίνως δυνατό (πρωθυπουργός).

 

Είναι «ανθρωπίνως δυνατό», να αυξάνονται συνεχώς η φορολογία του λαού και οι δαπάνες για τις ανάγκες του ΝΑΤΟ, αλλά όχι η χρηματοδότηση για την προστασία των δασών, που στο πλαίσιο του αντιπυρικού σχεδιασμού θα περιλάμβανε, τουλάχιστον, καθαρισμούς, δίκτυα υδατοδεξαμενών, δίκτυα πυροσβεστικών κρουνών, δίκτυα δασικών δρόμων, αντιπυρικές ζώνες, διαφορετική οργάνωση των δυνάμεων κατάσβεσης με κύριο βάρος στην οργάνωση των επίγειων δυνάμεων, μέσα στο δάσος, πριν ξεσπάσει μια πυρκαγιά με τέτοια διασπορά, και οργάνωση σύμφωνα με τις μελέτες αντιπυρικής προστασίας που θα έπρεπε να εκπονεί το κάθε δασαρχείο και να υλοποιούνται οι προβλέψεις τους.

 

Ενώ δεν είναι «ανθρωπίνως δυνατό» να χρηματοδοτηθούν οι αποδεκατισμένες και απαξιωμένες από προσωπικό και μέσα δασικές υπηρεσίες, για να εξασφαλιστούν μόνιμες θέσεις δασεργατών, δασολόγων κ.λπ. στα δασαρχεία, οπότε θα μπορούσαν (αν υπήρχε άλλη πολιτική βούληση), όλο τον χρόνο να ασχολούνται με την προστασία και διαχείριση των δασών, την εκτέλεση των σχετικών δασοτεχνικών και δασοκομικών έργων μέσα στα δάση που είναι το φυσικό αντικείμενο. Εκεί που είναι η καύσιμη δασική ύλη, η συσσώρευση της οποίας ακριβώς επειδή δεν γίνονται οι αναγκαίες εργασίες, ολοένα και αυξάνεται. Αυτός είναι ο βασικός λόγος που δημιουργούνται τεράστιες θερμοκρασίες στις δασικές πυρκαγιές.

Είναι «ανθρωπίνως δυνατό» να προσπαθούν να σβήσουν τις δασικές πυρκαγιές εξουθενωμένοι πυροσβέστες, μεγάλοι σε ηλικία, χωρίς να γνωρίζουν το δάσος, με παλαιωμένα πυροσβεστικά οχήματα, με εργασιακές σχέσεις και ωράρια «λάστιχο» και μισθούς πείνας. Ενώ δεν είναι η σε διαφορετική βάση οργάνωση της πυροπροστασίας των δασών με κατάργηση του διαχωρισμού της πρόληψης από την κατάσβεση των δασικών πυρκαγιών στο πλαίσιο της ενιαίας διαχείρισης και αντιπυρικής προστασίας των δασών με κύριο βάρος στην πρόληψη.

 

Θυμίζουμε ότι για άλλη μια χρονιά τα χρήματα που εγκρίθηκαν για έργα δασοπροστασίας είναι το 10% αυτών που είναι αναγκαία σε ετήσια βάση για το σύνολο της δασοπροστασίας. Με τα χρήματα που δόθηκαν, έγιναν αποσπασματικοί και αμφίβολης αποτελεσματικότητας καθαρισμοί, στο 1% των εκτάσεων, ενώ έπρεπε να έχουν γίνει καθαρισμοί σε 4 εκατομμύρια στρέμματα δάσους ως απόλυτη προτεραιότητα, πριν από την έναρξη της αντιπυρικής περιόδου (1η Μάη).

Θυμίζουμε επίσης ότι, σήμερα, στη Δασική Υπηρεσία (η οποία βέβαια λειτουργεί εξειδικεύοντας τη δασική πολιτική της εκάστοτε κυβέρνησης) δεν υπάρχουν δασεργάτες μόνιμοι σε κανένα δασαρχείο της Ελλάδας, ενώ θα έπρεπε να υπάρχουν πάνω από 10.000. Υπηρετούν πανελλαδικά 650 δασολόγοι, ενώ θα έπρεπε να υπηρετούν πάνω από 2.500 για τη στοιχειώδη κάλυψη των αναγκών διαχείρισης και προστασίας όλων των δασών. Για τις άλλες κατηγορίες και ειδικότητες καλύπτεται το 30% των αναγκαίων.

 

Η αλήθεια είναι ότι κάθε χρόνο, και φέτος, υλοποιείται η πολιτική της ΕΕ, της κυβέρνησης της ΝΔ, που χαρακτηρίζεται από την αντίληψη του κόστους – οφέλους. Πολιτική που είναι ίδια με τη διαχρονικά ασκούμενη κυβερνητική πολιτική από όλες τις αστικές κυβερνήσεις.

 

Η αντίληψη αυτή έχει ως αποτέλεσμα να αντιμετωπίζονται τα δάση ως εμπόρευμα. Δηλαδή, αξιοποιούνται όταν αποδίδουν κέρδος για τους ομίλους, όπως π.χ. «νοικιάζονται» φθηνά και μετατρέπονται σε πάρκα ανεμογεννητριών, τουριστικές, λατομικές επιχειρήσεις, εκτός σχεδίου οικισμούς, μετατρέπονται σε αγροτικές εκτάσεις ως πρώτο βήμα για την παραπέρα μετατροπή τους σε οικισμούς ή τουριστικές επιχειρήσεις κ.λπ. Για όσα δεν υπάρχει ενδιαφέρον, τα αφήνουν στην τύχη τους, χωρίς διαχείριση και προστασία.

2.. Για όλα φταίει η «κλιματική κρίση».

 

Ο φετινός καύσωνας είχε προβλεφθεί από τις αρμόδιες υπηρεσίες, 10 μέρες πριν από την εκδήλωσή του. Η κυβέρνηση έπρεπε να έχει πάρει έκτακτα μέτρα αντιμετώπισης κάθε αρνητικής επίπτωσης στη ζωή του λαού, για την προστασία των δασών, του περιβάλλοντος.

 

Θυμίζουμε με την ευκαιρία ότι καύσωνες είχαμε και στο παρελθόν, κυρίως τους μήνες Ιούλη και Αύγουστο (1945, 1958 με 600 νεκρούς, 1973, 1977, 1982, 1987 με 4.000 νεκρούς, 1994, κ.λπ.).

 

Η κυβέρνηση «αξιοποιεί», όπως και οι προηγούμενες, την «κλιματική κρίση» για να δικαιολογήσει τις καταστροφές από πυρκαγιές. Χρησιμοποιεί ανάλογες καταστροφές σε χώρες της νότιας Ευρώπης, στον Καναδά, στις ΗΠΑ. Δεν μπορούν όμως να κρύψουν ότι και αυτές οι χώρες έχουν τον ίδιο καπιταλιστικό δρόμο ανάπτυξης, οι κυβερνήσεις τους ασκούν την ίδια πολιτική αντιμετώπισης των δασών, είτε ως κερδοφόρα διέξοδο για τους επιχειρηματικούς ομίλους είτε εγκαταλείποντάς τα στην τύχη τους.

 

Θυμίζουμε επίσης ότι:

– Το 1998 (κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ) διασπάστηκε η πρόληψη από την κατάσβεση. 4 νεκροί, κάηκαν πάνω από 1.016.545 στρέμματα δασών.

 

– Το 2000 (κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ) κάηκαν 1.470.060 στρέμματα.

 

– Το 2007 (κυβέρνηση ΝΔ) υπήρξαν 63 νεκροί, συνολική καμένη έκταση 2.257.340 στρέμματα.

 

– Το 2018 (κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ) κάηκε το Μάτι με 102 νεκρούς, ανυπολόγιστες υλικές καταστροφές και συνολική καμένη έκταση πάνω από 200.000 στρέμματα.

 

– Το 2021 (κυβέρνηση ΝΔ) κάηκαν συνολικά 1.332.000 στρέμματα. Κι ακολούθησαν οι πλημμύρες, ο αποκλεισμός της Αττικής από τα χιόνια, ο εγκλωβισμός χιλιάδων αυτοκινήτων στη χρυσοπληρωμένη Αττική Οδό.

 

3. «Πυρκαγιές είχαμε, έχουμε και θα έχουμε» (Β. Κικίλιας).

Οι περισσότερες πυρκαγιές δεν προκαλούνται από φυσικά αίτια. Ομως, πέρα από τις εγκληματικές ευθύνες για τη δασοπροστασία, τον αντιπυρικό σχεδιασμό και την αντιμετώπιση των πυρκαγιών, πάνω από το 35% των καμένων δασών και δασικών εκτάσεων μετά τις πυρκαγιές, ιδιαίτερα τις 10ετίες ’60, ’70, ’80 και ’90, δεν κηρύσσονταν αναδασωτέες, με πρόφαση ασάφειες ιδιοκτησιακού χαρακτήρα, αλλά και σε περιπτώσεις οριακής δασοκάλυψης. Ετσι μετατράπηκαν από κρατικές εκτάσεις μη καταγραμμένες σε ιδιωτικές μη δασικές με εκατοντάδες χιλιάδες πλαστά συμβόλαια.

 

Εγιναν «μεικτές ζώνες» δάσους, κατοικιών, βιομηχανιών, τουριστικών επιχειρήσεων, αποθηκευτικών – εμπορικών χώρων, που προκαλούν ακόμη μεγαλύτερους κίνδυνους πυρκαγιών και άλλων ατυχημάτων, με καταστροφικές συνέπειες για τον πληθυσμό και το περιβάλλον.

Η πολιτική εμπορευματοποίησης των δασών, της γης γενικότερα, οδηγεί στη διαμόρφωση των ζωνών αυτών. Τις έχει εκθρέψει το ίδιο το καπιταλιστικό κράτος. Για να ικανοποιήσει τις εκμεταλλευτικές επιλογές των επιχειρηματικών ομίλων και για να δώσει γρήγορη και κερδοφόρα διέξοδο για το κατασκευαστικό κεφάλαιο, στο πιεστικό πρόβλημα της λαϊκής στέγασης και της παραθεριστικής κατοικίας, ενώ έδινε κέρδος και στους βιομηχανικούς και τουριστικούς ομίλους που εξασφάλιζαν «τζάμπα γη».

 

4. Ούτε θέλουν ούτε μπορούν.

 

Οσο συνεχίζεται η πολιτική κόστους – οφέλους για το κεφάλαιο από τις κυβερνήσεις και την ΕΕ, η διαχρονικά ασκούμενη κυβερνητική πολιτική στα δάση, στο περιβάλλον, στη γη και τη χρήση της, θα μας επιφυλάσσει νεκρούς, καμένα δάση, σπίτια, καταστροφή λαϊκών περιουσιών, ζώων, κοπαδιών και γεωργικών καλλιεργειών.

 

Η πολιτική αυτή αντιστρατεύεται και υπονομεύει την ολοκληρωμένη διαχείριση και προστασία των δασικών οικοσυστημάτων.

Αυτή οδήγησε στον διαχωρισμό της πρόληψης από την καταστολή (1998). Ομως, ο δασικός χώρος είναι ένα οικοσύστημα ενιαίο και αδιάσπαστο. Διέπεται από ξεχωριστούς κανόνες λειτουργίας, με αλληλεπιδράσεις χλωρίδας και πανίδας και γι’ αυτόν τον λόγο πρέπει να διαχειρίζεται ενιαία.

 

Η αντίληψη αυτή υπηρετείται και από την αλλαγή της χρήσης και του χαρακτήρα των δασικών οικοσυστημάτων, διαστρεβλώνει όμως και την ουσία της αντιμετώπισης των δασικών πυρκαγιών από ζήτημα ολοκληρωμένης διαχείρισης και προστασίας των δασών από κάθε κίνδυνο, συμπεριλαμβανομένων και των δασικών πυρκαγιών, σε αποκλειστικά επιχειρησιακό πρόβλημα και μόνο όταν ξεσπάσει η δασική πυρκαγιά.

 

Ακόμη περισσότερο, η αντίληψη αυτή υπονομεύει και την αποτελεσματικότητα του επιχειρησιακού σχεδίου.

 

Το επιχειρησιακό σχέδιο θα έπρεπε να ξεκινάει πριν από την εκδήλωση μιας πυρκαγιάς, να υπήρχαν επίγειες δυνάμεις ειδικά εκπαιδευμένες που να γνωρίζουν το κάθε δάσος ευθύνης τους (για το οποίο χρειάζεται ριζική – δομική αλλαγή της οργάνωσής τους), να βρίσκονται διασκορπισμένες μέσα στο δάσος πριν ξεσπάσει πυρκαγιά με τρόπο ώστε να προσεγγίζουν οποιαδήποτε εστία στα πρώτα 10 – 15 λεπτά πριν ξεφύγει. Αυτό που γίνεται κατά κανόνα και παρά τις υπεράνθρωπες προσπάθειες των πυροσβεστών, είναι να διατάσσονται να περιμένουν τη φωτιά, σε ασφαλείς για τη ζωή τους δρόμους (και είναι φυσικό), κυρίως φυλάσσοντας σπίτια, εργοστάσια, άλλες ζωτικές εγκαταστάσεις.

Το κρίσιμο όμως είναι να σταματήσει η πυρκαγιά μέσα στο δάσος. Πριν κάψει όλη την «καύσιμη ύλη», οπότε θα ανεβεί η θερμοκρασία σε τέτοια ύψη ώστε να είναι αδύνατη η κατάσβεση λίγο πριν από τον δρόμο.

 

Η πείρα από όλες τις μέχρι σήμερα κυβερνήσεις και τη σημερινή της ΝΔ αποδεικνύει ότι δεν μπορεί να υπάρξει προστασία της ζωής, ολοκληρωμένη προστασία και διαχείριση των δασικών οικοσυστημάτων που να ωφελεί ταυτόχρονα τον λαό και τα μονοπώλια.

 

Ο λαός πρέπει και μπορεί να εντείνει την καθημερινή του πάλη, για να μη θρηνήσουμε ξανά ανθρώπινα θύματα και υλικές καταστροφές, όπως αυτές στο Μάτι, στη Μάνδρα, όπως στην Πελοπόννησο το 2007. Σε συμπόρευση με το ΚΚΕ, να διεκδικήσει άμεσα, συγκεκριμένα μέτρα προστασίας της ζωής και της περιουσίας του.

 

Να βάλει στο στόχαστρο των αγώνων του την άρχουσα τάξη και την ΕΕ, τον καπιταλιστικό δρόμο ανάπτυξης, όπου οι λαϊκές ανάγκες και η ίδια η ανθρώπινη ζωή θυσιάζονται στον βωμό του καπιταλιστικού κέρδους.

*Ο Αντώνης Ραλλάτος είναι μέλος της ΚΕΟΕ και υπεύθυνος του Τμήματος Περιβάλλοντος της ΚΕ του ΚΚΕ

Σχετικές αναρτήσεις

«Αίτημα ανάληψης πολιτικής και νομοθετικής πρωτοβουλίας για τους εργαζόμενους της FTI στην Ελλάδα»

admin2020

Π.Ε. Γεωγραφίας: Θέση εργασίας στον ΕΛ.Γ.Ο. Δήμητρα

admin2020

Ολοκληρώθηκε η δημόσια διαβούλευση του νομοσχεδίου για το νέο κυρωτικό πλαίσιο για ΠΟΠ/ΠΓΕ/ΕΠΙΠ

admin2020

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Θα υποθέσουμε ότι είστε εντάξει με αυτό, αλλά μπορείτε να εξαιρεθείτε εάν το επιθυμείτε. Αποδέχομαι Διαβάστε περισσότερα

Πολιτική Απορρήτου & Cookies