Ο Γιάννης Πλατάρος άνοιξε ξανά το σεντούκι με τους κρυμμένους θησαυρούς του και, όπως μας έχει συνηθίσει τον τελευταίο καιρό, μας εξέπληξε. Αυτή τη φορά έφερε στο φως ένα ποίημα νοσταλγίας του Παναγιώτη Βλαχογιαννόπουλου και το μελοποίησε, δίνοντάς του μια νέα, ζωντανή υπόσταση. Με τη μουσική του, το ποίημα απέκτησε φωνή∙ έγινε ανάσα μνήμης, εικόνα που κινείται, συναίσθημα που ταξιδεύει.

Στη μικρή πόλη της Μεσσήνης, το ξωκλήσι της Αγίας Παρασκευής στέκει πάνω στον λόφο, μάρτυρας χρόνων που πέρασαν, καλοκαιριών που έσβησαν και αγάπης που έμεινε σαν σημάδι στον χρόνο. Η εικόνα του μικρού ναού στο ηλιοβασίλεμα μετατρέπεται σε σύμβολο: της νεότητας, της σιωπής των ανθρώπων και των στιγμών που χαράζονται βαθιά στην καρδιά.
Το ποίημα, γραμμένο με ευαισθησία και καθαρότητα, ανασύρει μια εποχή που δεν επιστρέφει, αλλά δεν ξεχνιέται. Και ο Γιάννης Πλατάρος, με τη μελοποίησή του, του έδωσε μια νέα διάσταση — μια μουσική ανάσα που το κάνει να ζει ξανά.
Έντεχνη μπαλάντα βασισμένη στο ποίημα
Και μέσα σε αυτή τη σκιά του χρόνου, γεννήθηκε το ποίημα:
Το Ξωκλήσι του Λόφου (Αγία Παρασκευή)
Στη Μεσσήνη η μέρα αργεί να τελειώσει,
το φως σαν μετάξι στον λόφο απλώνει,
κι εκεί που η πόλη τη θέα έχει δώσει,
το πέτρινο σώμα σου ο χρόνος λιώνει.
[Ρεφρέν]
Αγία Παρασκευή, σιωπή μου αρχαία,
σημάδι στο χρόνο, κρυφό φυλαχτό,
μια αγάπη που έμεινε εδώ, τελευταία,
στο ηλιοβασίλεμα το πορφυρό.
Το εβδομήντα πέντε μυρίζει ασβέστη,
τα καλοκαίρια μας σβήσαν σαν κεριά,
μα η θύμηση ακόμα εδώ αναστήθηκε,
σε τούτα τα μάρμαρα, στην ερημιά.
Εδώ που οι όρκοι γινήκαν αέρας,
κι η νεότητα έφυγε δίχως φωνή,
το βλέμμα σου στέκει φρουρός της ημέρας,
σ’ έναν κόσμο που πάντα κάτι ζητά να γεννηθεί.
Σκιές των ανθρώπων που πέρασαν πλάι,
στα χέρια κρατούσαν τη σιωπή τους βαριά,
μα ο λόφος σου ακόμα τους μύθους φυλάει,
σαν χαραγμένη στην καρδιά ανηφοριά.
Με τη μελοποίηση του Γιάννη, το ποίημα δεν έμεινε απλώς λέξεις στο χαρτί. Έγινε τραγούδι, έγινε μνήμη που ανασαίνει. Ένα ταξίδι πίσω στη Μεσσήνη του ’75, εκεί όπου η ποίηση και η μουσική συναντούν την ψυχή ενός τόπου.
