O κατώτατος μισθός και η εξέλιξή του διαχρονικά

Η αποψινή ανακοίνωση του πρωθυπουργού για την αύξηση στον κατώτατο μισθό σηματοδοτεί τη δεύτερη αύξησή του σε διάστημα τεσσάρων μηνών. Από την 1η Μαΐου ο κατώτατος μισθός αυξάνεται κατά 50 ευρώ τον μήνα, από τα 663 στα 713 ευρώ, κάτι που ισοδυναμεί με συνολική αύξηση 9,7% σε σχέση με το 2021, όπως είπε ο πρωθυπουργός.

Από το 1998, ο κατώτατος μισθός στην Ελλάδα αυξανόταν συνεχώς μετά από συλλογικές διαπραγματεύσεις μεταξύ των επονομαζόμενων «κοινωνικών εταίρων», δηλαδή μεταξύ των εργοδοτικών οργανώσεων και της ΓΣΕΕ,, διαπραγματεύσεις που κατέληγαν στην υπογραφή Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας. Η τελευταία αύξηση έγινε την 1η Ιουλίου 2011. Τότε ο κατώτατος μισθός έφτασε στα 751,39€ για 12 πληρωμές ετησίως (και στα 876,62€ για 14 πληρωμές ετησίως).

Στις 14 Φεβρουαρίου 2012, λόγω των μνημονίων, οι κοινωνικοί εταίροι εκτοπίστηκαν και ο κατώτατος μισθός είχε αποφασιστεί να καθορίζεται με νομοθεσία από το Ελληνικό Κοινοβούλιο. Τότε, μειώθηκε κατά 22% για τους εργαζόμενους άνω των 25 ετών και κατά 32% για τους εργαζόμενους από 18 εώς 25 ετών. Ήταν ο λεγόμενος υποκατώτατος μισθός. Για τους άνω των 25 ετών: ο κατώτατος μισθός διαμορφώθηκε στα 586,08€ για 12 πληρωμές ετησίως και στα 683,76€ για 14 πληρωμές ετησίως. Ο υποκατώτατος, για τους εργαζόμενους από 18 έως 25 ετών έπεσε στα 510,95€ για 12 πληρωμές ετησίως και στα 596,10€ για 14 πληρωμές ετησίως. Η Ελλάδα ήταν η μόνη χώρα της ΕΕ όπου ο κατώτατος μισθός είχε μειωθεί μετά το 2012, λόγω της κρίσης χρέους και των Μνημονίων. Τα προγράμματα οικονομικής προσαρμογής (τα μνημόνια) έληξαν στις 20 Αυγούστου 2018. Την 1η Φεβρουαρίου 2019, για πρώτη φορά μετά από επτά χρόνια, ο κατώτατος μισθός αυξήθηκε, ενώ καταργήθηκε ο υποκατώτατος μισθός. Έτσι, ο κατώτατος μισθός διαμορφώθηκε, ανεξαρτήτως ηλικίας, στα 650€ για 12 πληρωμές ετησίως (και στα 758,33€ για 14 πληρωμές ετησίως).

Την 1η Ιανουαρίου του 2022, έγινε μια μικρή αύξηση στον κατώτατο μισθό, από τα 650 πήγε στα 663€ μεικτά, δηλαδή αυξήθηκε κατά 2%. Αυτή ήταν η πρώτη φετινή αύξηση, με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων Κωστή Χατζηδάκη.

κατώτατος μισθός

Με το άρθρο 103 του ν. 4172/2013 (ΦΕΚ Α΄ 167), ορίστηκε το σημερινό σύστημα αύξησης κατώτατου μισθού και του νομοθετημένου κατώτατου ημερομισθίου, έπειτα από ευρεία διαβούλευση. Στο εν λόγω άρθρο παρέχεται εξουσιοδότηση στον Υπουργό Εργασίας να εκδώσει απόφαση καθορισμού του, αλλά αφού πάρει έγκριση (σύμφωνη γνώμη) από το υπουργικό Συμβούλιο.

Αξίζει να σημειωθεί ότι, κατά την παράγραφο 1/β του άρθρου 103, του ν. 4172/2013, ατομικές συμβάσεις εργασίας και συλλογικές συμβάσεις εργασίας κάθε είδους δεν επιτρέπεται να ορίζουν μηνιαίες τακτικές αποδοχές ή ημερομίσθιο πλήρους απασχόλησης, υπολειπόμενες από το νομοθετικώς καθορισμένο κατώτατο μισθό και ημερομίσθιο ή της αντίστοιχης προκύπτουσας αναλογίας για τις συμβάσεις μερικής απασχόλησης.

Γιατί θεσπίστηκε ο κατώτατος μισθός
Υποστηρικτές του κατώτατου μισθού ισχυρίζονται ότι βελτιώνει το βιοτικό επίπεδο, μειώνει τη φτώχεια, εξαλείφει την ανισότητα μεταξύ των εργαζομένων, αυξάνει την αποδοτικότητά τους και υποχρεώνει τις επιχειρήσεις να είναι πιο αποτελεσματικές, βελτιώνοντας την τεχνολογία. Επίσης αναπτύσσεται η οικονομία, εφ’ όσον αυξάνεται η κυκλοφορία του χρήματος , δημιουργούνται νέες θέσεις εργασίας, μειώνονται τα έξοδα του κράτους για επιδόματα, ενισχύονται οι μικρές βιομηχανίες και επιχειρήσεις.

Παρά το γεγονός ότι υπάρχουν διαφορετικές απόψεις σχετικά με τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα της εφαρμογής του, στις περισσότερες χώρες έχει θεσπιστεί ο κατώτατος μισθός. Βασικός λόγος είναι και τα κοινωνικά οφέλη, καθώς επηρεάζει σημαντικά την υγεία και την εκπαίδευση των φτωχών στρωμάτων της κοινωνίας, ενώ τους αποθαρρύνει από την εμπλοκή σε παράνομες δραστηριότητες προς βιοπορισμό ή τη δημιουργία εξεγέρσεων. Ο κατώτατος μισθός δεν επηρεάζει την απασχόληση – επηρεάζει, κυρίως, την κατανομή των αμοιβών.

Τι γίνεται στην Ευρωπαϊκή Ένωση
Η μεγάλη πλειονότητα των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει θεσμοθετήσει έναν εθνικό κατώτατο μισθό. Συγκεκριμένα, στις 28χώρες της Ευρωπαϊκή Ένωσης ισχύουν τα εξής αναφορικά με τον προσδιορισμό του κατώτατου μισθού:

Σε 7 χώρες δεν υπάρχει εθνικός κατώτατος μισθός (Δανία, Σουηδία, Φινλανδία,
Γερμανία, Αυστρία, Ιταλία, Κύπρος), αλλά σε 4 από αυτές ισχύουν κλαδικοί κατώτατοι μισθοί που προσδιορίζονται με συλλογικές διαπραγματεύσεις (Γερμανία, Αυστρία, Φινλανδία, Ιταλία).
Σε 2 χώρες ο κατώτατος μισθός προσδιορίζεται από τους κοινωνικούς εταίρους κατόπιν συλλογικών διαπραγματεύσεων (Βέλγιο, Εσθονία).
Σε 18 χώρες ο κατώτατος μισθός προσδιορίζεται, συνήθως ανά έτος, διά νόμου από την κυβέρνηση, κατόπιν σχετικής εισήγησης από αρμόδια επιτροπή που συστήνει η κυβέρνηση ή/και διαβούλευση με τους κοινωνικούς εταίρους (Ελλάδα, Γαλλία, Ισπανία, Πορτογαλία, Ιρλανδία, Ολλανδία, Ηνωμένο Βασίλειο, Τσεχία, Ουγγαρία, Λετονία, Λουξεμβούργο, Λιθουανία, Μάλτα, Ρουμανία, Σλοβενία, Βουλγαρία, Πολωνία, Σλοβακία).
Το καθεστώς προσδιορισμού του κατώτατου μισθού επηρεάζει το ύψος του. Στις περιπτώσεις όπου προσδιορίζεται από την κυβέρνηση, ο κατώτατος μισθός τείνει να είναι χαμηλότερος από τις περιπτώσεις όπου προσδιορίζεται από τις συλλογικές διαπραγματεύσεις (και επεκτείνεται erga omnes).