Είναι η Τουρκία απομονωμένη στην διαμάχη της με την Ελλάδα; Ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο

 

Την ώρα που η τουρκική κυβέρνηση κλιμακώνει την ένταση στην περιοχή, γίνεται όλο και πιο ξεκάθαρο στο λαό ότι οι μεγάλες δυνάμεις δεν είναι απλοί παρατηρητές, διαμεσολαβητές και ειρηνοποιοί, αλλά έχουν την ατζέντα τους. Σε προηγούμενο σημείωμα είχαμε αναπτύξει μια προσέγγιση για την ουσία της «τούρκικης επιθετικότητας». Εκεί σημειώναμε τα εξής:

«[…] το ελληνικό κράτος εκπροσωπεί πανίσχυρα συμφέροντα στην μεταφορά πετρελαίου και φυσικού αερίου και πολύ ισχυρά συμφέροντα στην διύλιση, ενώ έχει έτοιμες και τις υποδομές για την μεταφορά διυλισμένου πετρελαίου στα Βαλκάνια. Αυτές οι συμφωνίες δεν διακυβεύονται από το πού θα εξορυχθεί το πετρέλαιο, αλλά από το αν και το πότε θα εξορυχθεί. Καταλαβαίνει κανείς ότι το εδαφικό κίνητρο είναι σχετικά αδύναμο σε αυτήν την περίπτωση. Φυσικά, αν η εξόρυξη γίνει εντός ζώνης οικονομικής ή διοικητικής επιρροής της Ελλάδας, αυτό την ευνοεί στις διαπραγματεύσεις.

Όμως, αλήθεια, είδατε την ExxonMobil, την ΕΝΙ ή την Total να δυσκολεύονται να διαπραγματευτούν τις συμφωνίες επειδή τα εδάφη δεν ανήκουν στην άμεση διοικητική ή και οικονομική τους επιρροή; Και πιστεύετε ότι θα διαπραγματευτούν καλύτερα, αν τα εδάφη βρίσκονται στην αποκλειστική οικονομική και διοικητική επιρροή μιας χώρας ή αν αυτά είναι αμφισβητούμενα και ζητούν επιδιαιτησία;

Αντίθετα, το τουρκικό κράτος δεν μπορεί να μπει με κανέναν άλλον τρόπο στην διαπραγμάτευση πέρα από την εδαφική διεκδίκηση. Αν η εξόρυξη, η διύλιση και η μεταφορά είναι δοσμένες αλλού, τουλάχιστον οι μερίδες των λεόντων, τότε αυτό που μένει είναι ένα κόκκαλο για τον επικίνδυνο λύκο που ουρλιάζει γιατί όλο αυτό το πάρτυ ετοιμάζεται δίπλα στη μύτη του. Κι ο λύκος απειλεί να δαγκώσει αν δεν τον αφήσουν να πλησιάσει.

Το ελληνικό κράτος λειτουργεί σαν ένας ντόπιος τοποτηρητής των μεγάλων παιχτών, ένας φύλακας. Από τη μία απειλεί να ρίξει στο λύκο ντουφεκιά, αν αυτός πλησιάσει, ενώ από την άλλη αφήνει χρόνια ανοιχτό τον δρόμο της συνεκμετάλλευσης.

Είναι εμφανές ότι υπάρχει αντικειμενική βάση στην επιθετικότητα. Μόνο που αυτή δεν εκπορεύεται από την Τουρκία γενικά κι αόριστα. Εκπορεύεται από το κεφάλαιο που δραστηριοποιείται στην Τουρκία, με τις ευλογίες των αμερικανών και των ευρωπαίων (η Γαλλία εμπλέκεται στο θέμα πρωτίστως μέσω Total και μόνο δευτερευόντως ως πωλητής φρεγατών). Σημειώστε ότι το κεφάλαιο που δραστηριοποιείται στην Τουρκία είναι σε σημαντικό βαθμό ξένο.»

Σύμφωνα με Έκθεση Παγκόσμιων Επενδύσεων των Ηνωμένων Εθνών που δημοσιεύτηκε πρόσφατα (World Investment Report, 2020), το απόθεμα ξένου κεφαλαίου με τη μορφή της άμεσης επένδυσης μόνο (Άμεσες Ξένες Επενδύσεις, ΑΞΕ / Foreign Direct Investment, FDI), άγγιζε το 2019 τα 165 δις δολάρια, ισοδυναμώντας με το 22% του ΑΕΠ της χώρας εκείνη τη χρονιά (754 δις δολάρια). Για την Ελλάδα, η Έκθεση εκτιμά ότι οι Ξένες Επενδύσεις το 2019 ήταν 40,513 δις δολάρια, ποσό που αντιστοιχεί στο 19,3% του ΑΕΠ. Ενδιαφέρον παρουσιάζουν όμως και τα στοιχεία εξαγωγής κεφαλαίου από την Τουρκία σε άλλες χώρες. Το 2019, οι ΑΞΕ από την Τουρκία άγγιζαν τα 48 δις δολάρια και αντιστοιχούσαν στο 6,3%. Θα πρέπει τέλος να σημειωθεί ότι η Τουρκία αναθεώρησε το καθεστώς επενδυτικών κινήτρων ώστε να ενθαρρύνει τις επενδύσεις σε συγκεκριμένους τομείς.

Συνεπώς, η παρουσία ξένου κεφαλαίου στην Τουρκία είναι έντονη. Το μεγαλύτερο μέρος αυτού του ξένου κεφαλαίου είναι Γερμανικών συμφερόντων ή, ακριβέστερα, εκπροσωπείται από την Γερμανική κυβέρνηση. Σύμφωνα με την Handelsblatt (27/9/2018), 7.000 επιχειρήσεις στην Τουρκία είχαν «γερμανικά χρήματα επενδυμένα σε αυτές». Επίσης, αναφέρονται ενδεικτικά οι περιπτώσεις της Aunde (παραγωγός εξαρτημάτων αυτοκινήτων), της Deichmann (λιανεμπόριο υποδημάτων) και της Krone (νταλίκες και αγροτικά μηχανήματα). Σε πρόσφατο (25/8/2020) άρθρο που φιλοξενείται στην ιστοσελίδα του Ομοσπονδιακού Γραφείου Εξωτερικών Υποθέσεων της Γερμανίας επικυρώνεται η σημασία του γερμανικού κεφαλαίου στην Τουρκία. «Η Γερμανία είναι ο σημαντικότερος εμπορικός εταίρος της Τουρκίας και ο μεγαλύτερος ξένος επενδυτής της», αναφέρει ο συντάκτης και συνεχίζει: «Πάνω από 7400 γερμανικές και τουρκικές εταιρείες στην Τουρκία έχουν λάβει γερμανικές επενδύσεις μετοχικού κεφαλαίου. Η Κοινή Οικονομική και Εμπορική Επιτροπή (JETCO), η οποία συστάθηκε το 2018, και το Γερμανοτουρκικό Ενεργειακό Φόρουμ χρησιμεύουν ως φόρουμ διαλόγου μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής και των επιχειρηματιών από τις δύο χώρες. Παρά τους ταξιδιωτικούς περιορισμούς που οφείλονται στην πανδημία COVID-19, η Τουρκία παραμένει δημοφιλής προορισμός για γερμανούς παραθεριστές». Αν και μικρότερης σημασίας από οικονομική σκοπιά, αξίζει να αναφερθούμε στο περσινό δημοσίευμα του 902 (16/7/2019) σύμφωνα με το οποίο η Τουρκία είναι ο μεγαλύτερος πελάτης της γερμανικής πολεμικής βιομηχανίας.

Από την άλλη όμως, οι εισροές ΑΞΕ στην Τουρκία βρίσκονται συνολικά σε πτωτική πορεία. Οι εισροές ΑΞΕ το 2019 ήταν 8,4 δις δολάρια, το χαμηλότερο των τελευταίων ετών. Σύμφωνα με δημοσίευμα τον Απρίλη του 2020 που επικαλείται σχετική έρευνα, οι γερμανικές επιχειρήσεις σκέφτονται να μειώσουν σημαντικά τις επενδύσεις τους στην Τουρκία. Η DW ανέφερε σε ρεπορτάζ της τον Οκτώβρη του 2019 ότι οι γερμανικές επενδύσεις στην Τουρκία μπαίνουν στον πάγο. Το ρεπορτάζ αναφέρεται στην αυτοκινητοβιομηχανία VW, αλλά και στον ενεργειακό κολοσσό BASF, ο οποίος έχει πολύ ισχυρή παρουσία στην Τουρκία.

Παραπέρα, και σύμφωνα με την Έκθεση της UNCTAD που αναφέραμε παραπάνω, η Τουρκία συμμετέχει στον Οργανισμό Οικονομικής Συνεργασίας D-8 μαζί με το Μπαγκλαντές, την Αίγυπτο, τη Νιγηρία, την Ινδονησία, το Ιράν, τη Μαλαισία και το Πακιστάν. Μάλιστα, τον Ιανουάριο του 2020, τα μέλη του Οργανισμού ενέκριναν ένα σύνολο κατευθυντήριων αρχών «για τη χάραξη επενδυτικής πολιτικής που αναπτύχθηκε από κοινού με την UNCTAD. Οι Αρχές αναπτύχθηκαν σύμφωνα με τις συστάσεις της συνεδρίασης εμπειρογνωμόνων της UNCTAD D-8 με θέμα «Μεταρρύθμιση της διεθνούς επενδυτικής πολιτικής για τη βιώσιμη ανάπτυξη», που πραγματοποιήθηκε στην Κωνσταντινούπολη της Τουρκίας τον Σεπτέμβριο του 2019, η οποία “κάλεσε την UNCTAD και τον οργανισμό D-8 να αναπτύξουν μη δεσμευτικές κατευθυντήριες αρχές προσανατολισμένες στην ανάπτυξη για τη χάραξη επενδυτικής πολιτικής για τις χώρες D-8”».

Στο πλαίσιο των σχέσεων της Τουρκίας, και συγκεκριμένα μονοπωλίων με έδρα την Τουρκία, με λιγότερο ανεπτυγμένες χώρες, εντάσσεται και η ανακοίνωση του επενδυτικού σχεδίου των εταιρειών Cengiz Enerji Sanayii ve Ticaret και Yildirim Holding στο Ουζμπεκιστάν, ύψους ενός δις δολαρίων. Οι εν λόγω εταιρείες δραστηριοποιούνται στον κλάδο του πετρελαίου και του φυσικού αερίου και η επένδυση αφορά σε ηλεκτρική ενέργεια. Τα ανακοινωμένα σχέδια επενδύσεων από την Τουρκία σε λιγότερο ανεπτυγμένες χώρες αυξήθηκαν από 1 δις δολάρια το 2018, σε 3,3 δις δολάρια το 2019.

Συνοψίζοντας μέχρι εδώ, η συμμετοχή ξένου κεφαλαίου στην Τουρκία είναι πολύ υψηλή. Τελευταία δέχεται πιέσεις και κλυδωνισμούς. Από την άλλη, οι επιχειρήσεις με έδρα την Τουρκία επιχειρούν να αυξήσουν την συμμετοχή τους σε χώρες που βρίσκονται χαμηλότερα στην ιμπεριαλιστική πυραμίδα. Αυτά τα στοιχεία είναι καθοριστικά για την διεθνή θέση της Τουρκίας, τις συμμαχίες και τα περιθώρια ελιγμών της κυβέρνησης, ως εκφραστής του κυρίαρχου κεφαλαίου στην χώρα. Ο βαθμός συμμετοχής του γερμανικού κεφαλαίου στην Τουρκία θέτει απόλυτους περιορισμούς στην πίεση που μπορεί να δεχθεί η τουρκική αστική τάξη από την ΕΕ. Πιο πολύ μπορεί να εκληφθεί σαν μια διαπραγμάτευση της εμπλοκής του γερμανικού κεφαλαίου. Όπως αναφέρει και ο Παύλος Αντωνόπουλος σε άρθρο του στις 4/7/2020, «όσο χειρότερη είναι η κατάσταση στην τούρκικη οικονομία, τόσο το καλύτερο για τα γερμανικά συμφέροντα στην χώρα».

Το ζήτημα δεν εξαντλείται εδώ σε καμιά περίπτωση. Απαιτείται μια εμπεριστατωμένη έκθεση της αλυσίδας αξίας του ενεργειακού τομέα στην Τουρκία (έρευνα, εξόρυξη, μεταφορά, διύλιση) και της σύνθεσης του κεφαλαίου στις αντίστοιχες επιχειρήσεις. Μια τέτοια έκθεση μπορεί να αποκάλυπτε σε ποιο βαθμό ακριβώς η «τούρκικη επιθετικότητα» με την έννοια που την αντιμετωπίσαμε στο προηγούμενο σημείωμα εκφράζει τα συμφέροντα και άλλων αστικών τάξεων, πέρα από της τουρκικής.

Αυτό όμως που προκύπτει από την μέχρι τώρα πρόχειρη παράθεση των στοιχείων είναι ότι η τούρκικη αστική τάξη μόνο απομονωμένη δεν είναι. Βρίσκεται δεμένη με ισχυρούς οικονομικούς δεσμούς με το διεθνοποιημένο κεφάλαιο, το οποίο δεν πρόκειται να την αφήσει μόνη, όχι από αλληλεγγύη, ούτε από ιδεολογία, αλλά από απλό, καθαρό συμφέρον. Είναι τουλάχιστον αστείο να μιλάει κανείς για διεθνή απομόνωση της Τουρκίας, όταν το ξένο κεφάλαιο δεν απέδρασε μαζικά από τη χώρα, ακόμα κι όταν η τουρκική λίρα κατρακύλησε για τα καλά.

Η σαθρή αυτή επιχειρηματολογία των αστών στην Ελλάδα, και των παπαγάλων τους, περί διεθνούς απομόνωσης της Τουρκίας ακολουθήθηκε τόσο από την συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, όσο και από τη Νέα Δημοκρατία. Αποδεικνύεται άλλη μια φορά ότι η ΕΕ και το ΝΑΤΟ δεν είναι απλές συμμαχίες, αλλά λυκοσυμμαχίες. Το έχουμε γράψει επανειλημμένως: «Τελικά, ο ίδιος ο καπιταλισμός που εξέθρεψε τους χειρότερους φόβους στο λαό για να τον δέσει χειροπόδαρα, θα του κάνει τη χάρη να τους υλοποιήσει κιόλας.»

Ποια είναι όμως η λύση; Όπως δήλωσε κι ο ΓΓ του ΚΚΕ, Δ. Κουτσούμπας μετά από τη συνάντησή του με την Πρόεδρο της Δημοκρατίας, στις 3/6/2020:

«Φυσικά η λύση δεν είναι η πολεμική εμπλοκή. Η λύση βρίσκεται στην ειρήνη, στη φιλία ανάμεσα στους λαούς, η λύση βρίσκεται βεβαίως σε διαπραγματεύσεις, η λύση βρίσκεται στο να φύγουμε από τις λυκοσυμμαχίες του ΝΑΤΟ και της ΕΕ, να πάψουν να λειτουργούν οι επικίνδυνες αμερικάνικες στρατιωτικές βάσεις του θανάτου στην πατρίδα μας και να γίνεται η Ελλάδα ένα απέραντο στρατόπεδο βάσεων, να σταματήσει η συμμετοχή και η εμπλοκή σε πολεμικές επιχειρήσεις με αποστολές στρατιωτών και αξιωματικών των ενόπλων δυνάμεων εκτός της χώρας»

Το μόνο που χρειάζεται ο λαός είναι να πιστέψει στη δύναμή του και τη δύναμη των λαών γενικά. Σε αντίθεση με τη θλιβερή διαπίστωση του πρώην (ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ) υπουργού αμύνης, ότι «σε περίπτωση σύγκρουσης με την Τουρκία είμαστε μόνοι μας», η κοινή ανακοίνωση των ΚΚΕ και ΤΚΡ αποδεικνύει ότι σε περίπτωση σύγκρουσης με την αστική τάξη της χώρας μας, δεν θα είμαστε μόνοι μας!

[i] Ξένη Άμεση Επένδυση (ΑΞΕ) θεωρείται ότι είναι η απόκτηση μετοχών σε ποσοστό μεγαλύτερο του 10% του μετοχικού κεφαλαίου μιας επιχείρησης. Η απόκτηση μετοχών σε ποσοστό χαμηλότερο του 10% καταγράφονται ως Επενδύσεις Χαρτοφυλακίου (Portfolio Investment).

[ii] UNCTAD (United Nations Conference on Trade and Development): Διάσκεψη των Ηνωμένων Εθνών για το Εμπόριο και την Ανάπτυξη.

Του Γιώργου Λαμπρινίδη στην Κατιούσα. gr