ΕΝΩΣΗ ΔΙΚΑΣΤΩΝ ΚΑΙ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΩΝ Προτάσεις για τη βελτίωση της απονομής δικαιοσύνης

Τις προτάσεις της Ενωσης Δικαστών και Εισαγγελέων ανέπτυξε ο Χρ. Σεβαστίδης, σε σχετική ομιλία του στο Forum «Η Ελλάδα το 2040». Αναφέρθηκε, ανάμεσα σε άλλα, στην αναγκαία προεπιλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης από το ίδιο το Δικαστικό Σώμα, στην απαγόρευση σε δικαστικούς λειτουργούς να καταλαμβάνουν διοικητικές θέσεις έως δύο χρόνια από την αποχώρησή τους από το Σώμα, αλλά και στην «υποχρηματοδότηση της Δικαιοσύνης», σημειώνοντας ότι «από τα 914 εκατ. το 2009 φτάσαμε σταδιακά στα 622 εκατ. το 2017, ενώ στον προϋπολογισμό του 2019 για το υπουργείο Δικαιοσύνης προβλέπονταν 657 εκατ. ευρώ και εξακολουθούμε να παραμένουμε στα ίδια επίπεδα».

 

Αναφερόμενος, επίσης, σε υπαρκτά και χρόνια προβλήματα της Δικαιοσύνης τόνισε ότι «τα τελευταία χρόνια αξιοποιήθηκαν από τις κυβερνήσεις υπαρκτά και χρόνια προβλήματα που σχετίζονται ιδιαίτερα με την καθυστέρηση στην απονομή του δικαίου, προκειμένου να εισαχθούν νέες μορφές ιδιωτικοποίησης του σκληρού πυρήνα του κράτους. Παρά τις σφοδρές αντιρρήσεις της Ενωσης Δικαστών και Εισαγγελέων ψηφίστηκε ο ν. 4640/30-11-2019, ο οποίος καθιστά πλέον υποχρεωτικό στάδιο μιας δίκης την ιδιωτική διαμεσολάβηση, δηλαδή την υποχρέωση του πολίτη να προσφεύγει με αυξημένο κόστος στις υπηρεσίες ιδιωτικών εταιρειών επίλυσης διαφορών».

 

Επίσης, είπε ότι «ο ν. 4700/2020 έθεσε τη Δικαιοσύνη στην υπηρεσία πρωτίστως των επιχειρηματικών συμφερόντων επιτρέποντας την ίδρυση και λειτουργία ειδικών τμημάτων επενδυτικών διαφορών, που θα εκδικάζουν ταχύτατα υποθέσεις μεγάλου οικονομικού ενδιαφέροντος την ίδια στιγμή που βαλτώνουν οι δίκες των απλών πολιτών. Δημιουργήθηκε μία Δικαιοσύνη δύο ταχυτήτων και μια ειδική μεταχείριση στην απόλαυση ενός συνταγματικού δικαιώματος όπως η παροχή έννομης προστασίας» και στηλίτευσε ότι «η χρήση των νέων τεχνολογιών και η ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης εξυπηρετούν κυρίαρχα τις ιδιωτικές επιχειρήσεις», ενώ ανέφερε ότι διαμορφώνεται μια «μέθοδος “επιλογής δικαστή” σύμφωνα με τα συμφέροντα του πελάτη μιας εταιρείας ή ενός δικηγορικού γραφείου κατά παρέκκλιση της Συνταγματικής αρχής του “φυσικού δικαστή”».