Η τιμή του ρεύματος εκτός ελέγχου κι η κυβέρνηση δίνει μάχη εντυπώσεων

Σβήνουν και γράφουν στο Μαξίμου προσπαθώντας να συγκεκριμενοποιήσουν τις ελαφρύνσεις που θα εξαγγείλει ο Κ. Μητσοτάκης από το βήμα της Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης. Κορυφαία, μεταξύ άλλων, θα είναι μια μείωση στην τιμή του ηλεκτρικού ρεύματος, με την οποία θα επιχειρήσουν να διασκεδάσουν τις εντυπώσεις της κατακόρυφης αύξησης της τιμής του κατά τους τελευταίους μήνες.

Οι ελαφρύνσεις ωστόσο πιθανότατα θα αφορούν κυρίως τα ευάλωτα νοικοκυριά που είναι ενταγμένα στο Κοινωνικό Οικιακό Τιμολόγιο. Οι εκατομμύρια υπόλοιποι καταναλωτές θα αφεθούν στο έλεος της ανατιμητικής κερδοσκοπίας, γιατί, αντίθετα με τις διαβεβαιώσεις πολλών κυβερνητικών, το κύμα των αυξήσεων δεν τροφοδοτείται μόνο από το εξωτερικό. Επιλογές και παραλείψεις της ίδιας της κυβέρνησης οδήγησαν άμεσα ή έμμεσα να περιμένουμε τα τιμολόγια του ηλεκτρικού να αυξηθούν ακόμη και 50%! Ξεχωρίζουμε ορισμένες από αυτές τις αιτίες:

Θα συμφωνήσουμε αρχικά ότι οι αυξήσεις ωθούνται σε σημαντικό βαθμό από τη ραγδαία άνοδο των τιμών στο χρηματιστήριο των ρύπων, με τον τόνο του διοξειδίου του άνθρακα να διαπραγματεύεται στα 62 ευρώ όταν την 1η Ιανουαρίου η τιμή του κυμαινόταν σχεδόν στα μισά επίπεδα: στα 34 ευρώ, όπως φαίνεται στο σχετικό διάγραμμα.

Πηγή: Ember

 

Ωστόσο, η λιγνιτική παραγωγή δεν επισείει αυτόματα και το σχετικό κόστος στο χρηματιστήριο ρύπων. Το επισείει αποκλειστικά και μόνον στον βαθμό που οι λιγνιτικές μονάδες συνεχίζουν να λειτουργούν χωρίς τις επενδύσεις εκείνες σε φίλτρα που θα επέτρεπαν την κάθετη μείωση των επικίνδυνων ρύπων.

Το πόσο εφικτή είναι σήμερα μια τέτοια φιλοπεριβαλλοντική επιλογή που θα επέτρεπε την παράταση της ζωής σε πολλές λιγνιτικές μονάδες της Ελλάδας αποδεικνύεται από την ίδια τη Γερμανία, που δεν έδειξε τη βιασύνη της Ελλάδας να ξεφορτωθεί τις μονάδες που καίνε άνθρακα, ενώ μόλις πρόσφατα εγκαινίασε μονάδα στο Ντάτλεμ που θα εκπέμπει ακόμη και 85% λιγότερο διοξείδιο του άνθρακα, λόγω των προηγμένων βιολογικών φίλτρων που χρησιμοποιεί.

Κατά συνέπεια, οι επιβαρύνσεις από το χρηματιστήριο των ρύπων είναι κι αυτές αποτέλεσμα της επενδυτικής αδράνειας της ΔΕΗ, που άνοιξε ωστόσο τον δρόμο για το φυσικό αέριο των ιδιωτών.

Η κυβέρνηση επίσης επικαλείται την άνοδο της τιμής του φυσικού αερίου, η οποία πράγματι όπως φαίνεται στο συνημμένο διάγραμμα από την 1η Ιανουαρίου 2021 έχει διπλασιαστεί, ενώ από την 1η Μαρτίου του 2020 έχει υπερτριπλασιαστεί.

Πηγή: Financial Times

 

Ωστόσο, όπως και πάλι φαίνεται από διάγραμμα, δεν είναι η πρώτη φορά την τελευταία δεκαετία που η τιμή του αερίου έφτασε σε τέτοια ύψη: το 2018, όπως επίσης το 2013 και το 2014 η τιμή του ξεπερνούσε τα σημερινά επίπεδα. Παρόλα αυτά οι καταναλωτές δεν είδαν μείωση τιμών, ούτε καν με χρονική καθυστέρηση που θα ενσωματώνει τις τιμές από τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης.

 

Η αύξηση επίσης της συμμετοχής του φυσικού αερίου στο μείγμα καυσίμων ήταν κι αυτό μια πολιτική απόφαση της κυβέρνησης της ΝΔ, δηλαδή μια επιλογή μεταξύ πολλών άλλων. Η επιλογή στήριξης στο φυσικό αέριο ήταν εξ αρχής μια λανθασμένη επιλογή κι αποδεικνύεται καθημερινά για πολλούς λόγους: Πρώτο, επειδή το μεθάνιο που εκλύεται από το φυσικό αέριο συμβάλλει στην κλιματική αλλαγή, αν και λιγότερο απ’ ότι το διοξείδιο του άνθρακα. Κι επειδή δεν εντάσσεται στις ΑΠΕ η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων έχει πάψει να χρηματοδοτεί σχετικές επενδύσεις. Δεύτερο, η μετάβαση σε ένα αμιγώς πράσινο ενεργειακό μείγμα αργά ή γρήγορα θα απαιτήσει ένα κόστος «αποφυσικοαεριοποίησης» ανάλογο του κόστους που πληρώνουμε σήμερα για την απολιγνιτοποίηση. Τρίτο, επειδή το φυσικό αέριο είναι εισαγόμενο, ενώ αντίθετα ο λιγνίτης υπάρχει στο ελληνικό υπέδαφος, όπως υπάρχουν και οι σχετικές μονάδες που θα μπορούσαν για χρόνια ακόμη να λειτουργούν αντί να οδηγηθούν σε σκραπ και να αντικατασταθούν από μονάδες φυσικού αερίου.

Την τελευταία διετία ωστόσο αυξήθηκαν σημαντικά και τα κόστη λειτουργίας της ΔΕΗ εξ αιτίας δύο παραγόντων: Πρώτο, της εξωφρενικής αύξησης των αποδοχών της νέας διοίκησης, που φτάνει τις 300.000 ευρώ ετησίως χωρίς τα μπόνους, μετά την κατάργηση του μνημονιακού νόμου που έθετε οροφή στις αποδοχές της κρατικής γραφειοκρατίας και ήταν πιθανά ο μοναδικός μνημονιακός νόμος που άξιζε να παραμείνει. Επίσης, λόγω της απότομης αύξησης του αριθμού των διευθυντών της ΔΕΗ έτσι ώστε να ικανοποιηθεί η κομματική επετηρίδα. Ως αποτέλεσμα το κόστος διοίκησης έχει πολλαπλασιαστεί σε σχέση με το 2018.

Τέλος, οι αυξήσεις στα τιμολόγια μας δε θα  κινδύνευαν ποτέ να φτάσουν το 50% αν, με κυβερνητική ανοχή αν όχι ενθάρρυνση, η ΡΑΕ δεν επέτρεπε την αύξηση των μη ανταγωνιστικών χρεώσεων, αν η ΔΕΗ δεν καταργούσε τη σταθερή τιμή στην κιλοβατώρα ενσωματώνοντας ρήτρα προσαρμογής κι αν δεν είχε εν τω μεταξύ δημιουργηθεί ένας μηχανισμός που ωθεί τις τιμές σταθερά προς τα πάνω: το χρηματιστήριο ενέργειας που υποτίθεται θα επέφερε την πτώση των τιμών μέσω του ανταγωνισμού μεταξύ των παρόχων…

Κατά συνέπεια, η αύξηση των τιμών στο ηλεκτρικό ρεύμα δεν είναι ένα παροδικό φαινόμενο ούτε περισσότερο οφείλεται σε μια ατέλεια της αγοράς που θα ξεπερασθεί με τη ρύθμιση ή την επαναρρύθμισή της. Οφείλεται στις δυνάμεις της αγοράς και τις πολιτικές εκείνες που τις άφησαν να δρουν αχαλίνωτες, και γι’ αυτό το λόγο είμαστε μάρτυρες ενός φαινομένου που θα διαρκέσει. Οριακές δε μειώσεις στην τιμή της κιλοβατώρας για ορισμένες κοινωνικές ομάδες δεν είναι παρά μια προσπάθεια δημιουργίας εντυπώσεων…