ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ 30 χρόνια μετά το θάνατό του παραμένει πάντα παρών

Ο Γιάννης Ρίτσος γεννήθηκε την 1η Μαϊου του 1909 στη Μονεμβασιά και ομολογουμένως ήταν ένας από τους σπουδαιότερους Έλληνες ποιητές, που στόλισε με το έργο του τις ψυχές των Ελλήνων. Ανήκε στην Αριστερά και συγκεκριμένα στο ΚΚΕ.

Ο Γιάννης Ρίτσος, ο «παρηγορητής του κόσμου» που από την «πληγή» του «κοίταξε του κόσμου την πληγή» και από τα 25 κιόλας χρόνια του έγινε μέλος του ΚΚΕ, ιδιότητα που τίμησε μέχρι τέλους, «έφυγε» σαν σήμερα από κοντά μας πριν από 30 χρόνια. Είναι ο ποιητής που πάντα με πράξεις έγραφε το ποίημα των καιρών του, των καιρών μας, γι’ αυτό άλλωστε για εκείνον οι μόνες του περγαμηνές ήταν τρεις λέξεις: «Μακρόνησος, Γυάρος, Λέρος».

 

Από την πρώτη του εμφάνιση στα γράμματα τη δεκαετία του ’30 έως και το τέλος της δημιουργικής του πορείας, μας έδειξε και μέσα από την ποίησή του πώς να αντιστεκόμαστε σε κάθε μορφή θανάτου, φυσικού και κοινωνικού. Αρνιόταν ό,τι καταστρέφει και υποβαθμίζει τη ζωή. Υπηρετούσε ό,τι την έκανε να αξίζει. Είναι πολλά αυτά που μας έχει μάθει μέσα από την ποίησή του. Τούτο μόνο, ίσως, χρειάζεται να αναφέρουμε. Ο Ρίτσος, και μέσα από την πιο «προσωπική», την πιο εξομολογητική ποίησή του μας έδειξε πώς και αυτή η ποίηση μπορεί να είναι συνάμα βαθιά επική, βαθιά ηρωική, γιατί ακριβώς αποτυπώνει την εσωτερική πάλη του ψυχισμού, που είναι υποκειμενική αντανάκλαση της εξωτερικής πάλης. Τα ποιήματα της «Τέταρτης Διάστασης», ο «Αποχαιρετισμός» φανερώνουν το παραπάνω.

 

Ο λόγος του, παρά τη φυσική του απουσία, μένει κοντά μας, στους αγώνες, στα μνημεία των ηρώων μας, στα συνθήματά μας, στις πιο προσωπικές και «χαμηλόφωνες» στιγμές μας. Στέρεος, δείχνοντάς μας πάντα: «Από δω προς τον ήλιο»…

 

Η ζωή του πάντα δεμένη με την Τέχνη του

Γεννήθηκε την Πρωτομαγιά του 1909 στη Μονεμβασιά. Από τις πρώτες κιόλας συλλογές του («Τρακτέρ», «Πυραμίδες») στα μέσα της δεκαετίας του ’30 γίνεται φανερό ότι εμφανίζεται ο πρώτος σημαντικός στρατευμένος ποιητής της δεκαετίας του ’30. Ο Γ. Ρίτσος είχε γνωρίσει τις ιδέες του μαρξισμού στο τέλος της δεκαετίας του ’20 στο σανατόριο της «Σωτηρίας». Με τον «Επιτάφιο», αυτόν τον ύμνο στην ακατανίκητη δύναμη της εργατικής τάξης, όταν συνειδητοποιεί τη δύναμη και την κοινωνική αποστολή της, η ελληνική ποίηση φεύγει από τους κλειστούς κύκλους των λογοτεχνικών σαλονιών και φτάνει σε πλατύτερες μάζες. Οι επόμενες συνθέσεις, «Τραγούδι της Αδελφής μου», «Εαρινή Συμφωνία», «Εμβατήριο του Ωκεανού», αν και γραμμένες την περίοδο της μεταξικής δικτατορίας, περιέχουν σαφείς νύξεις ενάντια στον επερχόμενο Β’ Παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό Πόλεμο και τον φασισμό.

 

Την περίοδο της Κατοχής παίρνει δραστήρια μέρος στη λαϊκή πάλη μέσα από το Μορφωτικό Τμήμα του ΕΑΜ. Τον Δεκέμβρη του ’44 βρίσκεται στην ελεύθερη Καισαριανή. Ακολουθεί τις δυνάμεις του ΕΛΑΣ, καθώς αποχωρούν από την Αθήνα. Ανεβάζει το μονόπρακτο «Η Αθήνα στ’ άρματα», το οποίο θα εκδοθεί αργότερα με τίτλο «Πέρα από τον ίσκιο των κυπαρισσιών». Εκείνη την περίοδο γράφει την ποιητική σύνθεση «Ο σύντροφός μας Νίκος Ζαχαριάδης» και «Το Υστερόγραφο της Δόξας» για τον Άρη Βελουχιώτη, καθώς και δύο κορυφαίες συνθέσεις του, τη «Ρωμιοσύνη» και την «Κυρά των Αμπελιών», που θα δημοσιευτούν αρκετά χρόνια αργότερα.

 

1 / 16

Το 1948 συλλαμβάνεται και εξορίζεται αρχικά στη Λήμνο και μετέπειτα στη Μακρόνησο και τον Αη Στράτη. Έργα της περιόδου είναι το «Καπνισμένο Τσουκάλι», το «Ημερολόγιο Εξορίας», «Οι Γειτονιές του Κόσμου», «Γράμμα στο Ζολιό Κιουρί», «Ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο», αφιερωμένο στον Ν. Μπελογιάννη. Χρόνια αργότερα θα γράψει τον «Αποχαιρετισμό». Εκεί ουσιαστικά, μεταφέρει τα μακρονησιώτικα βιώματα, τις εσωτερικές διεργασίες του σε δραματικές στιγμές. Για τον Ρίτσο, άλλωστε, η μεγαλοσύνη του ανθρώπου μετριέται στις οριακές καταστάσεις, όταν καλείται να διαλέξει.

 

Το 1952 ο ποιητής απελευθερώνεται και αρχίζει να γράφει την «Ανυπότακτη Πολιτεία». Παντρεύεται την Φαλίτσα Γεωργιάδη και το 1955 αποκτούν την μοναχοκόρη του Έρη. Για αυτήν γράφει το «Πρωινό Άστρο». Τα επόμενα χρόνια καταφέρνει να επισκεφθεί την ΕΣΣΔ και άλλες σοσιαλιστικές χώρες. Του απονέμεται το πρώτο Βραβείο Κρατικής Ποίησης για την «Σονάτα του Σεληνόφωτος». Στις αρχές του ’60 ο Μ. Θεοδωράκης μελοποιεί τον «Επιτάφιο» και λίγα χρόνια αργότερα τη «Ρωμιοσύνη». «Μέχρι τότε έλεγα ότι κάθε τέχνη είναι αυτάρκης και δεν έχει ανάγκη τη βοήθεια άλλης. Αλλά όταν έγραψες τον “Επιτάφιο” και αργότερα φυσικά τη “Ρωμιοσύνη”, είπα, πραγματικά, εδώ είναι ένας δρόμος για να πλησιάσει η ποίηση μέσω της μουσικής εκείνους τους ανθρώπους που δεν θα τους πλησίαζε ίσως ποτέ», θα πει πολλά χρόνια αργότερα στον συνθέτη. Δεν σταματά να γράφει και να εκδίδει.

 

Το 1967 συλλαμβάνεται την πρώτη μέρα του πραξικοπήματος, οδηγείται στην Ασφάλεια και στη συνέχεια στον Ιππόδρομο. Από εκεί, στη Γυάρο και τη Λέρο και στη συνέχεια σε κατ’ οίκον περιορισμό στη Σάμο. Στη Λέρο έχει γράψει τα «Δεκαοχτώ Λιανοτράγουδα της Πικρής Πατρίδας» και από τη Σάμο κατορθώνει και στέλνει στη Γαλλία το έργο «Πέτρες, Επαναλήψεις, Κιγκλιδώματα». Συμμετέχει στην εξέγερση του Πολυτεχνείου και γράφει το «Σώμα και Αίμα» που αναφέρεται στα γεγονότα.

 

Από τη Μεταπολίτευση και μετά ο Ρίτσος γνωρίζει νέες διεθνείς τιμές και διακρίσεις. Το σύνολο του έργου του κυκλοφορεί πλέον ελεύθερα. Το 1977 του απονέμεται το Βραβείο «Λένιν» και την ίδια χρονιά κυκλοφορεί ο συγκεντρωτικός τόμος «Γίγνεσθαι».

 

«Έφυγε» από τη ζωή αφήνοντας 50 συλλογές ανέκδοτων ποιημάτων, που συνεχίζουν να εκδίδονται.

 

Την αντίληψή του για την ποίηση, παραθέτει ο Γιάννης Ρίτσος στο παρακάτω απόσπασμα από συνέντευξή του στο περιοδικό «Η λέξη» το 1981:

 

«Είναι λάθος να χωρίζουμε την ποίηση σε κατηγορίες. Η ποίηση είναι απέραντη σαν τη ζωή, ένα διαρκές γίγνεσθαι. Στο χώρο της δεν υπάρχουν όρια, δεν υπάρχουν απαγορεύσεις. Σε μια ομιλία του ο Ελυάρ είχε πει ότι, ενώ παλιότερα πίστευε πως υπάρχουν λέξεις απαγορευμένες για την ποίηση, αργότερα πείστηκε πως δεν ίσχυε κάτι τέτοιο. Μέσα και πάνω στις λέξεις του ποιητή αποτυπώνονται πολιτιστικές μνήμες αιώνων, αποθησαυρίζεται η παγκόσμια ιστορία. Το ποίημα ξεπηδάει από μιαν ανάγκη να αποδοθεί η σιωπή, από μιαν εντολή της ανθρώπινης προϊστορίας, ιστορίας και μεθιστορίας. Με εντολή που δίνεται στον ποιητή άθελά του κι εκφράζεται μέσα από αυτόν. Γράφοντας ποίηση κάνει, χωρίς να το ξέρει, μια μάχη, σώμα με σώμα, με το θάνατο. Κι όταν λέμε θάνατο δεν εννοούμε μόνο τον φυσικό, αλλά και όλες τις μορφές κοινωνικού θανάτου. Η καταπίεση, η σκλαβιά, οι επιθυμίες που δεν εκπληρώνονται, όλα αυτά είναι μια καθημερινή εκτέλεση, ένας θάνατος. Κι όσο θα υπάρχει θάνατος, θα υπάρχει και αντίσταση στο θάνατο. Μια αναμέτρηση μ’ αυτή τη μορφή θανάτου είναι η πολιτική ποίηση (τουλάχιστον η δική μου πολιτική ποίηση), μια μάχη για να φτάσουμε στο “αταξικό γαλάζιο”, όπως γράφω σε ένα ποίημά μου για τον Νερούντα…».