Σε πέντε ή σε είκοσι χρόνια παραγράφονται οι οφειλές της ΔΕΗ; Ένα ερώτημα που μοιάζει απλό έχει εξελιχθεί σε ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα ζητήματα της νομολογίας σχετικά με τις απαιτήσεις από λογαριασμούς ηλεκτρικής ενέργειας. Χιλιάδες καταναλωτές έχουν βρεθεί αντιμέτωποι με διεκδικήσεις για οφειλές πολλών ετών, χωρίς να έχει δοθεί σαφής απάντηση για το χρονικό εύρος της παραγραφής.
Τα ελληνικά δικαστήρια έχουν διαμορφώσει δύο διαφορετικές νομολογιακές κατευθύνσεις, οι οποίες στηρίζονται σε διαφορετική ερμηνεία των ίδιων διατάξεων του Αστικού Κώδικα.
Στο παρόν νομολογιακό αφιέρωμα επιχειρείται μια συστηματική καταγραφή των δύο αυτών αντίθετων προσεγγίσεων. Η συγκέντρωση της ύλης της νομολογίας και της νομοθεσίας πραγματοποιήθηκε με έρευνα στην Qualex, την εξειδικευμένη πλατφόρμα νομικού περιεχομένου της Νομικής Βιβλιοθήκης, με επιμέλεια των δικηγόρων Κατερίνας Σουμπάκα, συνεργάτη της ομάδας περιεχομένου Qualex και Σταυρούλας Φίκαρη, υπεύθυνης ανάπτυξης και διαχείρισης περιεχομένου Qualex.
Το νομικό πλαίσιο: Η γενική και η ειδική παραγραφή στον Αστικό Κώδικα
Η αντιπαράθεση που έχει αναπτυχθεί στη νομολογία για την παραγραφή των απαιτήσεων της ΔΕΗ και των λοιπών προμηθευτών ηλεκτρικής ενέργειας έχει ως αφετηρία δύο βασικές διατάξεις του Αστικού Κώδικα, οι οποίες προβλέπουν διαφορετικούς χρόνους παραγραφής.
Κατά το άρθρο 249 ΑΚ, ως γενικός κανόνας, οι ενοχικές αξιώσεις παραγράφονται μετά την πάροδο είκοσι ετών, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά. Πρόκειται για τη γενική διάταξη περί παραγραφής, η οποία εφαρμόζεται κάθε φορά που δεν συντρέχει ειδικότερη ρύθμιση.
Αντίθετα, το άρθρο 250 ΑΚ προβλέπει σειρά περιπτώσεων στις οποίες ο νομοθέτης επέλεξε συντομότερο χρόνο παραγραφής, ορίζοντας ότι οι σχετικές αξιώσεις παραγράφονται σε πέντε έτη. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται, αφενός, οι αξιώσεις εμπόρων, βιοτεχνών και χειροτεχνών για εμπορεύματα που παρέδωσαν και εργασίες που εκτέλεσαν και, αφετέρου, οι αξιώσεις από περιοδικές παροχές.
Στο σημείο αυτό εντοπίζεται και η βασική νομολογιακή διαφωνία.
Το βασικό ερώτημα είναι αν οι απαιτήσεις από λογαριασμούς ηλεκτρικής ενέργειας αποτελούν απαιτήσεις που υπάγονται στις ειδικές περιπτώσεις του άρθρου 250 ΑΚ ή αν, αντίθετα, δεν πληρούν τις προϋποθέσεις της διάταξης αυτής και υπάγονται στη γενική εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249 ΑΚ.
Η απάντηση που έχει δοθεί από τα δικαστήρια δεν είναι ενιαία. Ένα τμήμα της νομολογίας έκρινε ότι οι απαιτήσεις των προμηθευτών ηλεκτρικής ενέργειας συνιστούν περιοδικώς καταβλητέες παροχές ή συνδέονται με την εμπορική δραστηριότητα των επιχειρήσεων προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας και, συνεπώς, υπόκεινται στην πενταετή παραγραφή. Αντίθετα, άλλη νομολογιακή κατεύθυνση θεώρησε ότι, λόγω της ιδιαίτερης νομικής φυσιογνωμίας της ΔΕΗ ως οργανισμού κοινής ωφέλειας, δεν εφαρμόζεται το άρθρο 250 ΑΚ, με αποτέλεσμα να ισχύει η γενική εικοσαετής παραγραφή του άρθρου 249 ΑΚ.
Η διαφορετική ερμηνεία των ίδιων διατάξεων του Αστικού Κώδικα εξηγεί γιατί, μέχρι σήμερα, δεν έχει διαμορφωθεί ενιαία νομολογία ως προς το ζήτημα της παραγραφής των απαιτήσεων από λογαριασμούς ηλεκτρικής ενέργειας. Για τον λόγο αυτό, αξίζει να εξεταστούν χωριστά οι δύο αντίθετες νομολογιακές τάσεις, αρχίζοντας από τη νεότερη, η οποία υποστηρίζει την εφαρμογή της πενταετούς παραγραφής.
Η νομολογία υπέρ της πενταετους παραγραφής
Αν και για αρκετά χρόνια η νομολογία αντιμετώπιζε τις απαιτήσεις της ΔΕΗ από ανεξόφλητους λογαριασμούς ηλεκτρικής ενέργειας ως υπαγόμενες στη γενική εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249 ΑΚ, τα τελευταία χρόνια διαμορφώνεται μία νεότερη και ιδιαίτερα δυναμική νομολογιακή τάση, η οποία καταλήγει στο αντίθετο συμπέρασμα. Σειρά αποφάσεων πρωτοβάθμιων και δευτεροβάθμιων δικαστηρίων δέχεται πλέον ότι οι απαιτήσεις αυτές υπόκεινται στην ειδική πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 ΑΚ, αναπτύσσοντας μάλιστα διαφορετικές, αλλά αλληλοσυμπληρούμενες γραμμές επιχειρηματολογίας.
Η μεταστροφή αυτή δεν στηρίζεται σε μία μόνο ερμηνευτική προσέγγιση. Άλλες αποφάσεις θεμελιώνουν την πενταετή παραγραφή στη φύση των απαιτήσεων ως περιοδικών παροχών, άλλες στη μεταβολή της νομικής φυσιογνωμίας της ΔΕΗ μετά την απελευθέρωση της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας και τη λειτουργία της ως ανώνυμης εταιρείας, ενώ νεότερες αποφάσεις εξετάζουν και το πότε η πενταετής παραγραφή διακόπτεται λόγω αναγνώρισης της οφειλής από τον καταναλωτή.
Επειδή η τάση αυτή αποτελεί τη νεότερη εξέλιξη της νομολογίας και επαναπροσδιορίζει το μέχρι πρότινος κρατούν ερμηνευτικό πλαίσιο, παρουσιάζεται πρώτα στο παρόν αφιέρωμα. Στη συνέχεια ακολουθεί η ανάλυση της διαχρονικής νομολογίας που υποστήριξε την εφαρμογή της εικοσαετούς παραγραφής, ώστε να αναδειχθούν τα επιχειρήματα κάθε πλευράς και οι λόγοι που οδήγησαν στη σημερινή νομολογιακή αντιπαράθεση.
ΜΠρΘηβ 320/2023: Οι λογαριασμοί ηλεκτρικού αποτελούν περιοδικές παροχές και κάθε απαίτηση παραγράφεται αυτοτελώς
Μία από τις πρώτες αποφάσεις που διατύπωσαν ολοκληρωμένη νομική θεμελίωση υπέρ της πενταετούς παραγραφής των απαιτήσεων από λογαριασμούς ηλεκτρικής ενέργειας είναι η ΜΠρΘηβ 320/2023. Σε αυτή την απόφαση, το δικαστήριο δεν περιορίζεται στη διαπίστωση ότι εφαρμόζεται το άρθρο 250 ΑΚ, αλλά εξηγεί αναλυτικά γιατί οι απαιτήσεις αυτές υπάγονται στην ειδική πενταετή παραγραφή και όχι στη γενική παραγραφή του άρθρου 249 ΑΚ.
Αφετηρία της συλλογιστικής του αποτελεί η παραδοχή ότι οι οφειλές από την κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας συνιστούν περιοδικώς καταβλητέες παροχές, καθώς γεννώνται σε τακτά χρονικά διαστήματα, έχουν προκαθορισμένη αιτία και δεν εξαρτώνται από αίρεση, έστω και αν το ύψος τους μεταβάλλεται ανάλογα με την κατανάλωση. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει η απόφαση, πρόκειται για «περιοδικώς καταβλητέες (επαναλαμβανόμενες παροχές), διαφόρου μεν κάθε φορά ύψους, αλλά σαφώς καθορισμένου εκ των προτέρων περιεχομένου, οι οποίες δεν διατελούν ως προς τη γένεση και ύπαρξή τους υπό αίρεση, αλλά παράγονται διά μόνης της παρόδου του αναγκαίου χρόνου».
Ιδιαίτερη σημασία έχει η θέση του δικαστηρίου ως προς τον χρόνο έναρξης της παραγραφής. Η απόφαση απορρίπτει τον ισχυρισμό ότι η παραγραφή αρχίζει με την έκδοση του τελικού ή εκκαθαριστικού λογαριασμού και δέχεται ότι κάθε λογαριασμός γεννά αυτοτελή απαίτηση, η οποία καθίσταται ληξιπρόθεσμη με τη λήξη της προθεσμίας εξόφλησής του.
Κατά συνέπεια, η παραγραφή υπολογίζεται χωριστά για κάθε επιμέρους οφειλή και δεν μετατίθεται χρονικά επειδή ο προμηθευτής εκδίδει μεταγενέστερα συγκεντρωτικό ή εκκαθαριστικό λογαριασμό.
Η απόφαση απαντά, παράλληλα, και σε δύο ακόμη συνηθισμένους ισχυρισμούς των προμηθευτών ηλεκτρικής ενέργειας. Πρώτον, κρίνει ότι η αποστολή εξώδικης όχλησης και η μη αντίδραση του καταναλωτή δεν συνιστούν αναγνώριση της οφειλής, ώστε να επέλθει διακοπή της παραγραφής. Η σιωπή του οφειλέτη, σύμφωνα με το δικαστήριο, δεν μπορεί να εξομοιωθεί με δήλωση αναγνώρισης του χρέους.
Δεύτερον, απορρίπτει την προσπάθεια παράκαμψης της παραγραφής μέσω της επίκλησης των διατάξεων περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, κρίνοντας ότι η παραγραφή αποτελεί νόμιμη αιτία διατήρησης της περιουσιακής ωφέλειας του οφειλέτη και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να αναβιώσει η παραγεγραμμένη απαίτηση με διαφορετική νομική βάση.
ΜΠρΑθ 513/2024: Η απελευθέρωση της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας αποκλείει προνομιακή μεταχείριση της ΔΕΗ
Ενώ η προηγουμένως αναφερθείσα απόφαση θεμελιώνει την πενταετή παραγραφή στη φύση των απαιτήσεων από λογαριασμούς ηλεκτρικής ενέργειας, η ΜΠρΑθ 513/2024 μεταφέρει το επίκεντρο της συζήτησης στη νομική φυσιογνωμία της ίδιας της ΔΕΗ και στο θεσμικό πλαίσιο μέσα στο οποίο λειτουργεί πλέον η αγορά ηλεκτρικής ενέργειας.
Το δικαστήριο προβαίνει σε εκτενή αναδρομή στη νομοθετική εξέλιξη της αγοράς, εξετάζοντας τις αλλαγές που επέφεραν ο ν. 2773/1999, με τον οποίο ξεκίνησε η απελευθέρωση της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, και ο ν. 4001/2011, ο οποίος ενσωμάτωσε το ευρωπαϊκό ενεργειακό δίκαιο και διαμόρφωσε το σύγχρονο κανονιστικό πλαίσιο. Υπό το πρίσμα των νομοθετικών αυτών μεταβολών, το δικαστήριο επισημαίνει ότι η ΔΕΗ δεν λειτουργεί πλέον ως φορέας με προνομιακή δημόσια θέση, αλλά ως ανώνυμη εταιρεία που δραστηριοποιείται σε μια πλήρως απελευθερωμένη και ανταγωνιστική αγορά, υπό τους ίδιους όρους με τους λοιπούς προμηθευτές ηλεκτρικής ενέργειας.
Με βάση αυτή την παραδοχή, η απόφαση απορρίπτει την άποψη ότι οι απαιτήσεις της ΔΕΗ μπορούν να αντιμετωπίζονται διαφορετικά ως προς την παραγραφή από εκείνες των ιδιωτών παρόχων. Αντιθέτως, δέχεται ότι η υπαγωγή των απαιτήσεών της στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 ΑΚ αποτελεί συνέπεια της λειτουργίας της υπό τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας και της ελεύθερης αγοράς.
Ιδιαίτερη σημασία παρουσιάζει το γεγονός ότι το δικαστήριο συνδέει το ζήτημα της παραγραφής με την αρχή της ίσης μεταχείρισης μεταξύ των επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στον ίδιο κλάδο. Κατά την αιτιολογία του, η αναγνώριση ευνοϊκότερου καθεστώτος παραγραφής αποκλειστικά υπέρ της ΔΕΗ θα οδηγούσε σε διαφορετική μεταχείριση επιχειρήσεων που παρέχουν ακριβώς την ίδια υπηρεσία, δημιουργώντας συνθήκες στρέβλωσης του ανταγωνισμού σε μια αγορά που ο νομοθέτης επέλεξε να λειτουργεί με ενιαίους κανόνες.
ΜΠρΚερ 2186/2025: Η ΔΕΗ δεν εξομοιώνεται με το Δημόσιο και οι απαιτήσεις της έχουν εμπορικό χαρακτήρα
Ένα ακόμη βήμα στην ανάπτυξη της νομολογίας υπέρ της πενταετούς παραγραφής πραγματοποιεί η απόφαση 2186/2025 του Πρωτοδικείου Κέρκυρας, η οποία δεν επικεντρώνεται τόσο στη φύση των απαιτήσεων από λογαριασμούς ηλεκτρικής ενέργειας, όσο στην ίδια τη νομική φυσιογνωμία της ΔΕΗ και στην προσπάθεια να της αναγνωριστεί προνομιακό καθεστώς λόγω της δημόσιας προέλευσής της.
Η απόφαση εξετάζει διεξοδικά τη νομοθετική εξέλιξη της ΔΕΗ, από την ίδρυσή της ως δημόσιας επιχείρησης μέχρι τη μετατροπή της σε ανώνυμη εταιρεία και την ένταξή της στο καθεστώς της απελευθερωμένης αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας. Στο πλαίσιο αυτό αναλύει το καταστατικό της εταιρείας και επισημαίνει ότι σκοπός της είναι η άσκηση εμπορικής και βιομηχανικής δραστηριότητας στον τομέα της ενέργειας, η σύναψη κάθε είδους συμβάσεων και η ανάπτυξη επιχειρηματικής δράσης με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια. Υπό τα δεδομένα αυτά, καταλήγει ότι η ΔΕΗ λειτουργεί ως εμπορική εταιρεία, επιδιώκοντας την επίτευξη του εταιρικού της σκοπού και όχι ως φορέας που απολαύει των προνομίων του Δημοσίου.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η προσέγγιση της απόφασης ως προς τη φύση της σύμβασης προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας. Το δικαστήριο τη χαρακτηρίζει ως μικτή σύμβαση, στην οποία συνυπάρχουν περισσότερα συμβατικά στοιχεία, ωστόσο θεωρεί ότι δεσπόζει το στοιχείο της πώλησης της ηλεκτρικής ενέργειας, η οποία αντιμετωπίζεται ως εμπόρευμα. Με αφετηρία αυτή τη διαπίστωση συνδέει τις επίδικες απαιτήσεις με τη βραχυχρόνια παραγραφή του άρθρου 250 ΑΚ.
Στη συνέχεια, η απόφαση απορρίπτει ρητά την άποψη ότι η ΔΕΗ μπορεί να εξομοιωθεί με το Δημόσιο ως προς το καθεστώς παραγραφής των απαιτήσεών της, επισημαίνοντας ότι οι παλαιότερες διατάξεις που της αναγνώριζαν ορισμένα προνόμια δεν μπορούν πλέον να ερμηνεύονται αποκομμένες από τις μεταγενέστερες νομοθετικές μεταβολές, με τις οποίες η εταιρεία μετατράπηκε σε ανώνυμη εταιρεία και δραστηριοποιείται πλέον υπό τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας. Ως εκ τούτου, δεν συντρέχει λόγος εφαρμογής ευνοϊκότερου καθεστώτος παραγραφής λόγω της ιστορικής της προέλευσης.
ΜΕφΙωαν 195/2025: Η πενταετής παραγραφή διακόπτεται όταν ο καταναλωτής αναγνωρίσει την οφειλή
Σε αντίθεση με τις προηγούμενες αποφάσεις, οι οποίες επικεντρώνονται κυρίως στο εάν οι απαιτήσεις της ΔΕΗ υπόκεινται σε πενταετή ή εικοσαετή παραγραφή, η απόφαση ΜΕφΙωαν 195/2025 εξετάζει το ζήτημα πότε ο οφειλέτης χάνει τη δυνατότητα να επικαλεστεί την πενταετή παραγραφή.
Το Εφετείο απομακρύνεται από την αιτιολογία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο είχε απορρίψει την ένσταση παραγραφής με το σκεπτικό ότι οι επίδικες απαιτήσεις υπάγονταν στη γενική εικοσαετή παραγραφή. Αντίθετα, δέχεται ότι οι αξιώσεις της ΔΕΗ υπόκεινται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 ΑΚ, ευθυγραμμιζόμενο με τη νεότερη νομολογιακή τάση. Ωστόσο, καταλήγει ότι στη συγκεκριμένη υπόθεση η ένσταση παραγραφής δεν μπορεί να ευδοκιμήσει, όχι επειδή εφαρμόζεται εικοσαετής παραγραφή, αλλά επειδή η πενταετής παραγραφή είχε ήδη διακοπεί.
Το καθοριστικό στοιχείο ήταν ότι ο καταναλωτής είχε υπογράψει σύμβαση ρύθμισης της οφειλής του. Το δικαστήριο έκρινε ότι η συμφωνία αυτή συνιστά αναγνώριση της οφειλής κατά την έννοια του άρθρου 260 ΑΚ, καθώς ο οφειλέτης αποδέχθηκε το ύψος της ληξιπρόθεσμης οφειλής και δεσμεύθηκε να την εξοφλήσει σε δόσεις.
Μάλιστα, έδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα στον συμβατικό όρο, σύμφωνα με τον οποίο, εάν ο καταναλωτής δεν αμφισβητούσε εγγράφως τη ρύθμιση εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας, θεωρούνταν ότι αποδεχόταν ανεπιφύλακτα την ακρίβεια του περιεχομένου της.
Με βάση τα δεδομένα αυτά, το Εφετείο κατέληξε ότι η αναγνώριση της οφειλής επέφερε διακοπή της παραγραφής, με αποτέλεσμα να αρχίσει νέα πενταετής προθεσμία από τον χρόνο υπογραφής της ρύθμισης. Εφόσον μέχρι την άσκηση της αγωγής δεν είχε συμπληρωθεί η νέα αυτή πενταετία, η σχετική ένσταση απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Η νομολογία υπέρ της εικοσαετούς παραγραφής
Παρά τη σταδιακή διαμόρφωση μιας ισχυρής νομολογιακής τάσης υπέρ της πενταετούς παραγραφής, σημαντικός αριθμός δικαστικών αποφάσεων εξακολουθεί να υποστηρίζει ότι οι απαιτήσεις της ΔΕΗ από ανεξόφλητους λογαριασμούς ηλεκτρικής ενέργειας υπόκεινται στη γενική εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249 ΑΚ. Κοινός παρονομαστής των αποφάσεων αυτών είναι ότι δεν εστιάζουν στη φύση των απαιτήσεων ως περιοδικών παροχών, αλλά στη νομική φυσιογνωμία της ίδιας της ΔΕΗ, θεωρώντας ότι, λόγω του χαρακτήρα της ως οργανισμού κοινής ωφέλειας, δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 250 ΑΚ. Η επιχειρηματολογία αυτή διαμορφώθηκε αρχικά από τη νομολογία των Εφετείων και στη συνέχεια υιοθετήθηκε και από άλλα δικαστήρια, συγκροτώντας μία διακριτή νομολογιακή γραμμή υπέρ της εικοσαετούς παραγραφής.
ΜΕφΛαρ 426/2017: Η απόφαση που θεμελίωσε τη θεωρία της εικοσαετούς παραγραφής
Η ΜΕφΛαρ 426/2017 αποτελεί την αφετηρία της σύγχρονης νομολογιακής προσέγγισης υπέρ της εικοσαετούς παραγραφής των απαιτήσεων της ΔΕΗ. Παρότι το κύριο αντικείμενο της διαφοράς αφορούσε τη μεταβίβαση επιχείρησης και την ευθύνη του αποκτώντος κατά το άρθρο 479 ΑΚ, το Εφετείο κλήθηκε να εξετάσει και την ένσταση παραγραφής, διατυπώνοντας μια νομική θέση που επηρέασε καθοριστικά τις μεταγενέστερες αποφάσεις.
Η ιδιαιτερότητα της απόφασης έγκειται στο ότι διαμορφώνει για πρώτη φορά το βασικό θεωρητικό σχήμα που θα ακολουθήσει στη συνέχεια η νομολογία υπέρ της εικοσαετίας. Το δικαστήριο δέχεται ότι στις απαιτήσεις της ΔΕΗ δεν εφαρμόζονται οι ειδικές διατάξεις περί παραγραφής που ισχύουν για το Δημόσιο και τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, πλην όμως απορρίπτει και την εφαρμογή της πενταετούς παραγραφής του άρθρου 250 ΑΚ, με το σκεπτικό ότι η διάταξη αυτή αφορά εμπόρους, βιοτέχνες και χειροτέχνες, δηλαδή πρόσωπα που διαθέτουν συγκεκριμένες επαγγελματικές ιδιότητες, τις οποίες, κατά την κρίση του δικαστηρίου, δεν έχουν οι οργανισμοί κοινής ωφέλειας, στους οποίους κατατάσσεται και η ΔΕΗ.
Με τον τρόπο αυτό, η απόφαση τοποθετεί τη ΔΕΗ σε ένα ιδιαίτερο νομικό καθεστώς. Από τη μία πλευρά αποκλείει την εφαρμογή των ειδικών κανόνων παραγραφής που ισχύουν για το Δημόσιο, από την άλλη όμως θεωρεί ότι η εταιρεία δεν μπορεί να αντιμετωπισθεί ούτε ως έμπορος κατά την έννοια του άρθρου 250 ΑΚ. Ως μόνη εφαρμοστέα διάταξη απομένει, κατά το Εφετείο, η γενική εικοσαετής παραγραφή του άρθρου 249 ΑΚ.
Αξιοσημείωτο είναι ότι η απόφαση δεν στηρίζει την κρίση της στη φύση των επίδικων απαιτήσεων ούτε εξετάζει αν οι λογαριασμοί ηλεκτρικής ενέργειας συνιστούν περιοδικές παροχές. Αντίθετα, θεωρεί ότι το καθοριστικό στοιχείο είναι η ιδιότητα του φορέα που ασκεί την αξίωση και όχι τα χαρακτηριστικά της ίδιας της απαίτησης. Η συλλογιστική αυτή αποτέλεσε τη βάση πάνω στην οποία οικοδομήθηκαν οι μεταγενέστερες αποφάσεις υπέρ της εικοσαετούς παραγραφής, οι οποίες υιοθέτησαν ή ανέπτυξαν περαιτέρω την άποψη ότι η ΔΕΗ, ως οργανισμός κοινής ωφέλειας, δεν υπάγεται στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 250 ΑΚ.
ΠΠρΧαλκ 30/2018: Η πρώτη πρωτοβάθμια εφαρμογή της θεωρίας ότι η ΔΕΗ δεν υπάγεται στο άρθρο 250 ΑΚ
Τη νομολογιακή κατεύθυνση που είχε ήδη διαμορφώσει η προηγούμενη απόφαση ακολούθησε η ΠΠρΧαλκ 30/2018, αποτελώντας μία από τις πρώτες πρωτοβάθμιες αποφάσεις που υιοθέτησαν ρητά την άποψη ότι οι απαιτήσεις της ΔΕΗ από ανεξόφλητους λογαριασμούς ηλεκτρικής ενέργειας δεν υπάγονται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 ΑΚ, αλλά στη γενική εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249 ΑΚ.
Σε αντίθεση με τις μεταγενέστερες αποφάσεις που δέχθηκαν την πενταετή παραγραφή και εστίασαν στη φύση των απαιτήσεων ως περιοδικών παροχών, το δικαστήριο δεν εξετάζει αν οι λογαριασμοί ηλεκτρικής ενέργειας πληρούν τα χαρακτηριστικά του άρθρου 250 ΑΚ. Αντιθέτως, θεμελιώνει την κρίση του αποκλειστικά στη νομική θέση της ίδιας της ΔΕΗ.
Προς τούτο, προβαίνει σε αναφορά στο νομοθετικό πλαίσιο ίδρυσης και λειτουργίας της επιχείρησης, επισημαίνοντας ότι η ΔΕΗ ιδρύθηκε ως δημόσια επιχείρηση με σκοπό την εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος και ότι διατηρεί τον χαρακτήρα οργανισμού κοινής ωφέλειας, ο οποίος τη διαφοροποιεί από τους εμπόρους, βιοτέχνες και χειροτέχνες, στους οποίους αναφέρεται το άρθρο 250 ΑΚ. Με βάση αυτή την παραδοχή, το δικαστήριο καταλήγει ότι οι ειδικές διατάξεις περί πενταετούς παραγραφής δεν μπορούν να εφαρμοστούν στις απαιτήσεις της.
Η απόφαση αυτή απέκτησε ιδιαίτερη σημασία στη μετέπειτα νομολογία, καθώς η βασική της συλλογιστική υιοθετήθηκε από μεταγενέστερα δικαστήρια που υποστήριξαν την εικοσαετή παραγραφή, πριν αρχίσει να διαμορφώνεται η αντίθετη νομολογιακή τάση, η οποία συνέδεσε την παραγραφή όχι με τη νομική φυσιογνωμία της ΔΕΗ, αλλά με τα χαρακτηριστικά των ίδιων των απαιτήσεων από την προμήθεια ηλεκτρικής ενέργειας.
ΜΕφΘεσ 1218/2022: Η πληρέστερη ανάπτυξη της θεωρίας της εικοσαετούς παραγραφής
Η νομολογιακή γραμμή υπέρ της εικοσαετούς παραγραφής αποκτά την πληρέστερη θεωρητική της ανάπτυξη με την απόφαση ΜΕφΘεσ 1218/2022, η οποία επιχειρεί να απαντήσει και στα επιχειρήματα που στηρίζονται στις νομοθετικές μεταβολές της τελευταίας εικοσαετίας και στην απελευθέρωση της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας.
Προς τον σκοπό αυτό, το δικαστήριο εξετάζει αναλυτικά τη νομοθετική εξέλιξη της ΔΕΗ, από την ίδρυσή της με τον ν. 1468/1950, τη μετατροπή της σε ανώνυμη εταιρεία με τον ν. 2773/1999 και το π.δ. 333/2000, μέχρι τις μεταγενέστερες παρεμβάσεις του νομοθέτη για την απελευθέρωση της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας. Ωστόσο, καταλήγει ότι οι μεταβολές αυτές δεν αλλοίωσαν τον χαρακτήρα της ΔΕΗ ως οργανισμού κοινής ωφέλειας, ούτε οδήγησαν σε απώλεια των ιδιαίτερων δικονομικών προνομίων που της είχαν αναγνωριστεί από τη νομοθεσία.
Η συλλογιστική αυτή στηρίζεται και σε εκτενή αναφορά στη νομολογία του Αρείου Πάγου και της Ολομέλειάς του, με παραπομπές, μεταξύ άλλων, στις αποφάσεις ΟλΑΠ 74/2003, ΑΠ 3/2001, ΑΠ 711/1999 και ΑΠ 1554/1999, προκειμένου να υποστηριχθεί ότι η μεταβολή της εταιρικής μορφής της ΔΕΗ δεν συνεπάγεται και μεταβολή της νομικής της φύσης ως οργανισμού κοινής ωφέλειας. Υπό το πρίσμα αυτό, το δικαστήριο θεωρεί ότι η εταιρεία εξακολουθεί να μην υπάγεται στις επαγγελματικές κατηγορίες που αναφέρει το άρθρο 250 ΑΚ και, επομένως, οι απαιτήσεις της δεν μπορούν να υπαχθούν στην πενταετή παραγραφή.
Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι η απόφαση αντιμετωπίζει ευθέως το επιχείρημα που αργότερα θα αποτελέσει τον βασικό άξονα της αντίθετης νομολογίας. Ενώ οι αποφάσεις υπέρ της πενταετούς παραγραφής θεωρούν ότι η λειτουργία της ΔΕΗ ως ανώνυμης εταιρείας σε ανταγωνιστική αγορά επιβάλλει την υπαγωγή της στους ίδιους κανόνες που ισχύουν για τους λοιπούς προμηθευτές ηλεκτρικής ενέργειας, το Εφετείο Θεσσαλονίκης καταλήγει στο ακριβώς αντίθετο συμπέρασμα.
Κατά την κρίση του, ούτε η απελευθέρωση της αγοράς ούτε η εταιρική μεταβολή της ΔΕΗ αρκούν για να μεταβάλουν το ειδικό νομικό της καθεστώς ως οργανισμού κοινής ωφέλειας.
Εξίσου χαρακτηριστικό είναι ότι το δικαστήριο δεν εξετάζει αν οι απαιτήσεις από λογαριασμούς ηλεκτρικής ενέργειας αποτελούν περιοδικές παροχές, όπως θα πράξει η μεταγενέστερη νομολογία υπέρ της πενταετούς παραγραφής. Αντιθέτως, θεωρεί ότι το ζήτημα επιλύεται αποκλειστικά από τη νομική ιδιότητα του δικαιούχου της απαίτησης. Εφόσον η ΔΕΗ δεν θεωρείται έμπορος, βιοτέχνης ή χειροτέχνης κατά την έννοια του άρθρου 250 ΑΚ, αποκλείεται η εφαρμογή της πενταετούς παραγραφής και εφαρμόζεται η γενική εικοσαετής παραγραφή του άρθρου 249 ΑΚ.
ΜΕφΙωαν 215/2022: Η εφετειακή επιβεβαίωση της νομολογιακής γραμμής υπέρ της εικοσαετούς παραγραφής
Στη νομολογιακή κατεύθυνση που είχε ήδη χαράξει η ΜΕφΛαρ 426/2017 και ακολούθησαν μεταγενέστερες αποφάσεις, εντάσσεται και η ΜΕφΙωαν 215/2022, η οποία επιβεβαιώνει σε δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας την άποψη ότι οι απαιτήσεις της ΔΕΗ από ανεξόφλητους λογαριασμούς ηλεκτρικής ενέργειας υπόκεινται στη γενική εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249 ΑΚ και όχι στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 ΑΚ.
Η απόφαση ακολουθεί την ήδη διαμορφωμένη νομολογιακή γραμμή, επαναλαμβάνοντας ότι οι διατάξεις του άρθρου 250 ΑΚ αφορούν απαιτήσεις εμπόρων, βιοτεχνών και χειροτεχνών, ιδιότητες που, κατά την κρίση του δικαστηρίου, δεν συγκεντρώνει η ΔΕΗ λόγω του χαρακτήρα της ως οργανισμού κοινής ωφέλειας. Ως εκ τούτου, αποκλείει την εφαρμογή της πενταετούς παραγραφής και καταλήγει ότι εφαρμόζεται η γενική εικοσαετής παραγραφή του άρθρου 249 ΑΚ.
Ιδιαίτερη σημασία έχει ότι το Εφετείο δεν περιορίζεται στη δική του κρίση, αλλά στηρίζει την αιτιολογία του και σε προγενέστερη νομολογία, παραπέμποντας, μεταξύ άλλων, στην ΑΠ 430/2019 και στην ΕφΛάρισας 346/2000, επιδιώκοντας να αναδείξει ότι η άποψη περί εικοσαετούς παραγραφής διαθέτει νομολογιακή συνέχεια και δεν αποτελεί μεμονωμένη προσέγγιση. Με τον τρόπο αυτό, η απόφαση επιχειρεί να προσδώσει αυξημένη ασφάλεια στη συγκεκριμένη ερμηνεία του άρθρου 249 ΑΚ.
Είναι αξιοσημείωτο, πάντως, ότι, όπως και οι προηγούμενες αποφάσεις της ίδιας κατεύθυνσης, η απόφαση δεν εξετάζει τη σημασία των νομοθετικών μεταβολών που επέφερε η απελευθέρωση της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, ούτε αναλύει αν η σημερινή λειτουργία της ΔΕΗ ως ανώνυμης εταιρείας σε ανταγωνιστικό περιβάλλον επηρεάζει το καθεστώς παραγραφής των απαιτήσεών της. Ομοίως, δεν εισέρχεται στην ουσία του ζητήματος αν οι λογαριασμοί ηλεκτρικής ενέργειας αποτελούν περιοδικές παροχές κατά την έννοια του άρθρου 250 ΑΚ, θεωρώντας ότι το ζήτημα επιλύεται ήδη από τη νομική ιδιότητα της ΔΕΗ.
ΜΕφΔωδ 84/2026: Η εικοσαετής παραγραφή εξακολουθεί να βρίσκει έρεισμα στη νεότερη νομολογία
Η πιο πρόσφατη μέχρι σήμερα δευτεροβάθμια απόφαση που τάσσεται υπέρ της εικοσαετούς παραγραφής είναι η ΜΕφΔωδ 84/2026, η οποία επιβεβαιώνει ότι η νομολογιακή αυτή κατεύθυνση εξακολουθεί να διατηρεί ισχυρά ερείσματα, παρά την ανάπτυξη μιας αντίθετης τάσης υπέρ της πενταετούς παραγραφής.
Η υπόθεση αφορούσε αγωγή της ΔΕΗ για την είσπραξη οφειλών από σύμβαση προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας, με τον καταναλωτή να προβάλλει ως μοναδικό λόγο έφεσης ότι οι επίδικες απαιτήσεις είχαν υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 ΑΚ. Το Εφετείο απέρριψε τον ισχυρισμό αυτόν ως μη νόμιμο, κρίνοντας ότι οι απαιτήσεις της ΔΕΗ εξακολουθούν να υπάγονται στη γενική εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249 ΑΚ.
Ιδιαίτερη σημασία έχει ότι το δικαστήριο δεν επιχειρεί να διαμορφώσει νέα επιχειρηματολογία, αλλά επιλέγει να επαναβεβαιώσει τη μέχρι τότε νομολογιακή γραμμή. Επαναλαμβάνει ότι η ΔΕΗ εξακολουθεί να αποτελεί οργανισμό κοινής ωφέλειας, στον οποίο δεν εφαρμόζεται η πενταετής παραγραφή του άρθρου 250 ΑΚ, ενώ επικαλείται ρητά ως νομολογιακό έρεισμα τις προαναφερθείσες αποφάσεις, υιοθετώντας πλήρως τη συλλογιστική τους.
Η συμβολή της απόφασης δεν έγκειται στη διατύπωση νέων επιχειρημάτων, αλλά στο ότι αποδεικνύει πως, ακόμη και μετά την εμφάνιση των αποφάσεων που υιοθετούν την πενταετή παραγραφή, η αντίθετη νομολογιακή άποψη εξακολουθεί να υποστηρίζεται και σε επίπεδο Εφετείου.
ΠΗΓΗ: ΝΟΜΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ.GR
