«ΚΑΛΑΜΑΤΑ – ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΛΙΜΑΝΙ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ»
Στεκόμαστε σήμερα με βαθύ σεβασμό και συγκίνηση μπροστά στη μνήμη μιας ιστορικής στιγμής, που δεν έλαβε τη θέση που της αξίζει στη συλλογική συνείδηση του Έθνους, μολονότι υπήρξε μια από τις δραματικότερες και ηρωικότερες στιγμές της νεότερης ιστορίας μας.
Στεκόμαστε με ιστορική επίγνωση μπροστά στη μνήμη μιας μάχης που δεν αφορά μόνο την Καλαμάτα. Δεν αφορά στη Μεσσηνία. Δεν αφορά στην Ελλάδα. Αφορά τη συλλογική μνήμη των λαών που αντιστάθηκαν στον ναζισμό. Αφορά την ίδια την αξία της ελευθερίας. Αφορά την ανθρώπινη αξιοπρέπεια απέναντι στη βαρβαρότητα.
Αναφερόμαστε στη Μάχη της Καλαμάτας, την τελευταία μεγάλη μάχη, που δόθηκε στην ηπειρωτική Ελλάδα κατά τη γερμανική εισβολή του 1941.
Στις 28 Απριλίου 1941, εδώ, στην Καλαμάτα, στους δρόμους, στην προκυμαία, στο λιμάνι, στη Ναυαρίνου, στη Φαρών, στην Κανάρη, στη Μαιζώνος, στην Κορώνης, στους ελαιώνες και στα Γιαννιτσάνικα γράφτηκε ένας επίλογος που δεν είχε τη χαρά της νίκης, αλλά είχε το μεγαλείο της θυσίας.
Εδώ, στην πόλη, όπου πριν από δύο αιώνες και πλέον γράφτηκε η πρώτη σελίδα της Ελευθερίας για τη σύγχρονη Ελλάδα, γράφτηκε, επίσης, και μία από τις τελευταίες σελίδες ελεύθερης αντίστασης της ηπειρωτικής Ελλάδας απέναντι στη ναζιστική βαρβαρότητα.
Για να κατανοήσουμε τη Μάχη της Καλαμάτας, πρέπει να γυρίσουμε στις δραματικές ημέρες της άνοιξης του 1941.
Μετά από πολύμηνες συζητήσεις στα τέλη Φεβρουαρίου αποφασίζεται η αποστολή βρετανικών και συμμαχικών δυνάμεων στην Ελλάδα. Σταδιακά φθάνουν περισσότεροι από 62.000 άνδρες από χώρες της Βρετανικής Κοινοπολιτείας. Βρετανοί, Αυστραλοί, Νεοζηλανδοί, Κύπριοι, καθώς και άνδρες από την Παλαιστίνη, την Ινδία και άλλες περιοχές.
Άνθρωποι διαφορετικών πατρίδων, γλωσσών και διαδρομών βρέθηκαν στην Ελλάδα για έναν κοινό σκοπό, να υπερασπιστούν την ελευθερία απέναντι στον ολοκληρωτισμό.
Στις 6 Απριλίου 1941 οι γερμανικές δυνάμεις εξαπολύουν την επιχείρηση «Μαρίτα». Η ναζιστική πολεμική μηχανή προελαύνει ταχύτατα, οι γραμμές άμυνας δοκιμάζονται σκληρά και η Αθήνα καταλαμβάνεται στις 27 Απριλίου.
Πριν όμως από αυτό, στις 24 Απριλίου, δίνεται στις Θερμοπύλες ακόμη μία μάχη οπισθοφυλακής. Και δεν είναι τυχαίο το όνομα. Για ακόμη μία φορά οι Θερμοπύλες γίνονται τόπος καθήκοντος, τόπος καθυστέρησης του ισχυρού αντιπάλου, τόπος θυσίας για να σωθούν άλλοι.
Την ίδια ώρα εξελίσσεται η επιχείρηση απομάκρυνσης των δυνάμεων της Κοινοπολιτείας με την κωδική ονομασία «Δαίμων». Οι συμμαχικές δυνάμεις υποχωρούν προς τα νότια λιμάνια της Πελοποννήσου, προς το Ναύπλιο, προς τη Μονεμβασιά, προς την Καλαμάτα.
Και τότε η Καλαμάτα-μέσα σε λίγες ώρες-παύει να είναι απλώς μια πόλη της νότιας Πελοποννήσου. Γίνεται το τελευταίο μεγάλο λιμάνι της ελευθερίας στην ηπειρωτική Ελλάδα.
Το πρωί της 26ης Απριλίου Γερμανοί αλεξιπτωτιστές επιχειρούν να καταλάβουν τη γέφυρα του Ισθμού της Κορίνθου, για να εμποδίσουν την ανατίναξή της και να επισπεύσουν την καταδίωξη των συμμαχικών δυνάμεων. Η γέφυρα τελικά καταστρέφεται από έκρηξη και η καταστροφή αυτή καθυστερεί το γερμανικό σχέδιο εγκλωβισμού.
Η Ιστορία, κυρίες και κύριοι, πολλές φορές αλλάζει μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα. Και τότε το βλέμμα της πολεμικής μοίρας στρέφεται προς την Καλαμάτα.
Η εκκένωση της πόλης ξεκινά στις 25 Απριλίου με πλοία, καΐκια, αερακάτους και κάθε δυνατό μέσο. Όμως η πραγματικότητα ξεπερνά τους σχεδιασμούς. Το βράδυ της 26ης Απριλίου φθάνουν στην Καλαμάτα περίπου 15.000 άνδρες, αριθμός πολύ μεγαλύτερος από τον αρχικά προβλεπόμενο.
Ανάμεσά τους στρατιώτες, σκαπανείς, ημιονηγοί, ναυτικοί, πρόσφυγες, άοπλοι εργάτες στρατιωτικών σωμάτων. Ένα ανθρώπινο ποτάμι εξαντλημένων ανθρώπων. Άνθρωποι που είχαν περπατήσει αμέτρητα χιλιόμετρα, είχαν βομβαρδιστεί, είχαν χάσει μονάδες, διοικητές και συντρόφους.
Και όμως έφθασαν εδώ. Στην Καλαμάτα. Στο λιμάνι, στην παραλία, στους ελαιώνες, στα Γιαννιτσάνικα, στους δρόμους της πόλης.
Λίγο μετά τα μεσάνυχτα της 26ης προς 27η Απριλίου τρία πλοία καταφέρνουν να απομακρύνουν περίπου 8.650 άνδρες. Όμως χιλιάδες μένουν πίσω.
Το πρωί της Κυριακής 27 Απριλίου αρχίζουν σφοδροί γερμανικοί βομβαρδισμοί. Οι άνδρες που δεν πρόλαβαν να φύγουν κρύβονται κάτω από τις ελιές. Περιμένουν πλοία, περιμένουν σωτηρία, περιμένουν μέσα στον φόβο, στην πείνα, στην εξάντληση και στην αβεβαιότητα. Οι περισσότεροι είναι άοπλοι.
Κι όμως, δεν είναι νικημένοι.
Την ίδια ώρα η Καλαμάτα δείχνει το δικό της πρόσωπο. Το πρόσωπο της ανθρωπιάς. Οι Καλαματιανοί ανοίγουν σπίτια, δίνουν νερό, ψωμί και βοήθεια, περιθάλπουν τραυματίες, στέκονται δίπλα σε ανθρώπους ξένους, που εκείνες τις ώρες έγιναν αδελφοί στον κοινό αγώνα της ελευθερίας.
Και έπειτα έρχεται η Δευτέρα 28 Απριλίου.
Η ημέρα της Μάχης της Καλαμάτας.
Από το πρωί οι βομβαρδισμοί συνεχίζονται. Το απόγευμα, όμως, όλα ανατρέπονται. Οι γερμανικές δυνάμεις, κινούμενες ταχύτατα από τον Ισθμό, εξουδετερώνουν την οπισθοφυλακή και μπαίνουν στην Καλαμάτα. Φθάνουν μέχρι το λιμάνι, συλλαμβάνουν στρατιώτες και αξιωματικούς, ανάμεσά τους και πρόσωπα κρίσιμα για τον συντονισμό της επιβίβασης στα πλοία.
Εκείνη η εξέλιξη αποδεικνύεται μοιραία. Χιλιάδες άνδρες, συγκεντρωμένοι στους ελαιώνες και στα σημεία αναμονής, δεν γνωρίζουν ακόμη ότι οι Γερμανοί έχουν μπει στην πόλη.
Μια γερμανική πυροβολαρχία κινείται προς την παραλία. Μια ομάδα Νεοζηλανδών αιχμαλωτίζεται. Η είδηση διαδίδεται. Και τότε ξεκινά η σύγκρουση.
Στην αρχή, μια πρώτη εμπλοκή. Ύστερα, ενισχύσεις από διάφορες κατευθύνσεις. Και όσο πέφτει το φως, τόσο μεγαλώνει η απόφαση. Καλούνται όσοι μπορούν να πολεμήσουν. Και πολλοί ακολουθούν.
Άνδρες κουρασμένοι και πεινασμένοι, άνδρες που λίγες ώρες πριν περίμεναν να σωθούν, σηκώνονται, παίρνουν τα όπλα και μπαίνουν στη μάχη.
Στους δρόμους κοντά στην προκυμαία γίνεται σκληρή σύγκρουση. Μάχη δρόμο με δρόμο, σπίτι με σπίτι, σώμα με σώμα.
Η Καλαμάτα δεν παραδίδεται σιωπηλά.
Η Καλαμάτα γίνεται πεδίο αντίστασης.
Οι συμμαχικές δυνάμεις αναγκάζουν τους Γερμανούς να υποχωρήσουν από κρίσιμα σημεία. Το λιμάνι, έστω και για λίγο, ανοίγει ξανά. Ο δρόμος της απομάκρυνσης φαίνεται να ξαναγίνεται δυνατός.
Και τότε έρχεται το πιο τραγικό σημείο αυτής της ιστορίας.
Τα πλοία βρίσκονται λίγα μίλια έξω από την Καλαμάτα. Όμως οι πληροφορίες είναι συγκεχυμένες. Η μάχη μαίνεται. Υπάρχει φόβος για εχθρική παρουσία, φόβος για υποβρύχια, ο εφιάλτης του χρόνου.
Η επιχείρηση εγκαταλείπεται και χιλιάδες άνθρωποι μένουν πίσω. Αργότερα, μες στη νύχτα, κάποια πλοία φθάνουν επικουρικά. Ωστόσο, με λίγες βάρκες και ελάχιστο χρόνο, καταφέρνουν να παραλάβουν μόνο 332 άνδρες. Οι υπόλοιποι μένουν εδώ, στην Καλαμάτα.
Και, όταν γίνεται σαφές ότι δεν υπάρχει πια δυνατότητα εκκένωσης, οι αξιωματικοί αντιλαμβάνονται πως η συνέχιση της μάχης θα οδηγούσε σε άσκοπη σφαγή. Έτσι, λαμβάνεται η απόφαση της συνθηκολόγησης.
Χιλιάδες στρατιώτες αιχμαλωτίζονται και οδηγούνται σε στρατόπεδα αιχμαλώτων. Άλλοι διαφεύγουν προς τα χωριά της Μεσσηνίας, προς τη Μάνη και προς τόπους όπου οι κάτοικοι τούς κρύβουν, τους περιθάλπουν, τους φυγαδεύουν. Κάποιοι συνεχίζουν τον αγώνα. Κάποιοι μπαίνουν στην Αντίσταση. Κάποιοι δεν επιστρέφουν ποτέ.
Αυτή ήταν η Μάχη της Καλαμάτας.
Μια μάχη γενναία, τραγική και διεθνής.
Μια μάχη που για δεκαετίες έμεινε πολύ χαμηλότερα από τη θέση που της αξίζει στη συλλογική μνήμη.
Και όμως, εδώ γράφτηκε κάτι σπουδαίο. Εδώ, στην Καλαμάτα, δεν ενώθηκαν μόνο στρατιωτικές μονάδες. Ενώθηκαν λαοί, σημαίες και ανθρώπινες μοίρες κάτω από την ίδια μεγάλη λέξη:
Ελευθερία.
Αυτό αποδεικνύει κάθε χρόνο και η παρουσία των απογόνων των μαχητών. Ανθρώπων που ταξιδεύουν από μακριά, όχι για να επισκεφθούν απλώς έναν τόπο, αλλά για να προσκυνήσουν μια μνήμη.
Γιατί για τους απογόνους η Καλαμάτα δεν είναι μόνο σημείο στον χάρτη. Είναι τόπος θυσίας των προγόνων τους. Είναι τόπος τιμής. Είναι ο τόπος, όπου η οικογενειακή μνήμη συναντά την ιστορία των λαών.
Και για εμάς η παρουσία τους αποτελεί τιμή, ευθύνη και υπενθύμιση ότι αυτή η μνήμη δεν είναι τοπική. Είναι διεθνής. Είναι ζωντανή. Και γι’ αυτό οφείλουμε να τη διαφυλάξουμε. Μια τέτοια μνήμη δεν μπορεί να είναι μόνο τελετουργία. Πρέπει να είναι και διεκδίκηση.
Η Μάχη της Καλαμάτας αξίζει ευρύτερη θεσμική αναγνώριση.
Αξίζει να αποκτήσει τη θέση που της αναλογεί στην εθνική ιστορική αφήγηση.
Αξίζει να αναδειχθεί στα σχολεία, στην έρευνα, στη δημόσια ιστορία, στον διεθνή διάλογο με τις χώρες των συμμάχων.
Αξίζει η Καλαμάτα να γίνει σταθερό σημείο αναφοράς για τη Μάχη της Ελλάδας και τη συμμαχική αντίσταση στην ηπειρωτική χώρα.
Όχι για λόγους τοπικής υπερηφάνειας μόνο, αλλά για λόγους ιστορικής δικαιοσύνης.
Γιατί μια πόλη που υπήρξε το τελευταίο μεγάλο λιμάνι ελευθερίας της ηπειρωτικής Ελλάδας έχει χρέος να θυμάται. Και μια Πολιτεία που σέβεται την Ιστορία της έχει χρέος να αναγνωρίζει.
Η Καλαμάτα γνωρίζει από Ελευθερία.
Από εδώ, το 1821, ακούστηκε η πρώτη μεγάλη πνοή του ξεσηκωμού.
Και εδώ, τον Απρίλιο του 1941, γράφτηκε μία από τις τελευταίες πράξεις ελεύθερης αντίστασης της ηπειρωτικής Ελλάδας απέναντι στη ναζιστική εισβολή.
Αυτό το ιστορικό νήμα δεν πρέπει να σπάσει.
Από την πρώτη πνοή της Ελευθερίας μέχρι το τελευταίο λιμάνι της ελεύθερης Ελλάδας, η Καλαμάτα κουβαλά μια βαριά παρακαταθήκη. Όχι για να καμαρώνει απλώς, αλλά για να υπηρετεί τη μνήμη με ευθύνη.
Όπως την υπηρέτησαν και την υπηρετούν όσοι κατέγραψαν, διέσωσαν και ανέδειξαν τα γεγονότα αυτής της ημέρας, με εμβληματική τη συμβολή του Νίκου Ζερβή.
Όπως τη διαφύλαξαν μες στο σκοτάδι της εισβολής οικογένειες της πόλης, όπως η οικογένεια του Χρήστου Σωφρονά.
Όπως τη διαφυλάσσουν σήμερα οι απόγονοι, οι ερευνητές, οι τοπικοί φορείς και κάθε άνθρωπος που αρνείται να αφήσει τη λήθη να σκεπάσει την αλήθεια.
Σήμερα, σε έναν κόσμο που δοκιμάζεται ξανά από πολέμους, βία, φανατισμό και αμφισβήτηση θεμελιωδών αξιών η ιστορική μνήμη δεν είναι πολυτέλεια.
Είναι άμυνα της δημοκρατίας.
Είναι χρέος απέναντι στους νεκρούς.
Είναι πυξίδα για τους ζωντανούς.
Η Μάχη της Καλαμάτας μάς θυμίζει ότι η ελευθερία δεν είναι δεδομένη, η ειρήνη δεν είναι αυτονόητη και η δημοκρατία δεν αντέχει χωρίς μνήμη, γνώση και εγρήγορση.
Σήμερα τιμούμε τους Έλληνες, τους Βρετανούς, τους Αυστραλούς, τους Νεοζηλανδούς, τους Κυπρίους, τους άνδρες από την Παλαιστίνη, την Ινδία και τις άλλες περιοχές που βρέθηκαν εδώ.
Τιμούμε όλους όσοι πολέμησαν στην Καλαμάτα.
Τιμούμε τους πεσόντες, τους αιχμαλώτους, τους τραυματίες και τους άγνωστους στρατιώτες της μεγάλης εκείνης νύχτας.
Και μαζί τιμούμε τους απλούς ανθρώπους της Καλαμάτας. Εκείνους που μέσα στη φωτιά του πολέμου κράτησαν ανοιχτή την πόρτα τους, ανοιχτή την καρδιά τους και όρθια την τιμή της πόλης.
Αιωνία η μνήμη των πεσόντων.
Αιωνία η τιμή στους αγωνιστές της ελευθερίας.
Και ας παραμένει η Καλαμάτα αυτό που της ορίζει η Ιστορία της, πόλη μνήμης, πόλη ευθύνης, πόλη ελευθερίας.
ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΟΜΙΛΙΑ ΟΠΩΣ ΕΚΦΩΝΗΘΗΚΕ ΣΤΗΝ ΤΕΛΕΤΗ ΜΝΗΜΗΣ (ΧΩΡΙΣ ΤΙΣ ΠΡΟΣΦΩΝΗΣΕΙΣ) ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΟ ΜΝΗΜΕΙΟ ΠΕΣΟΝΤΩΝ ΣΥΜΜΑΧΩΝ, ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΣΤΟ ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΠΑΡΚΟ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΩΝ ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ (ΚΡΗΤΗΣ ΚΑΙ ΨΑΡΩΝ) ΣΤΙΣ 19/5/2026.
Στεκόμαστε σήμερα με βαθύ σεβασμό και συγκίνηση μπροστά στη μνήμη μιας ιστορικής στιγμής που δεν έλαβε τη θέση που της αξίζει στη συλλογική συνείδηση του Έθνους, μολονότι υπήρξε μία από τις δραματικότερες και ηρωικότερες στιγμές της νεότερης ιστορίας μας.
Στεκόμαστε μπροστά στη μνήμη μιας μάχης που δεν αφορά μόνο την Καλαμάτα.
Δεν αφορά μόνο τη Μεσσηνία.
Δεν αφορά μόνο την Ελλάδα.
Αφορά τη συλλογική μνήμη των λαών που αντιστάθηκαν στον ναζισμό.
Αφορά την ίδια την αξία της ελευθερίας.
Αφορά την ανθρώπινη αξιοπρέπεια απέναντι στη βαρβαρότητα.
Αναφερόμαστε στη Μάχη της Καλαμάτας.
Την τελευταία μεγάλη μάχη που δόθηκε στην ηπειρωτική Ελλάδα κατά τη γερμανική εισβολή του 1941.
Στις 28 Απριλίου 1941, εδώ, στην Καλαμάτα, στους δρόμους, στην προκυμαία, στο λιμάνι, στους ελαιώνες και στα Γιαννιτσάνικα, γράφτηκε ένας επίλογος που δεν είχε τη χαρά της νίκης, αλλά είχε το μεγαλείο της θυσίας.
Εδώ, στην πόλη όπου γράφτηκε η πρώτη σελίδα της ελευθερίας της σύγχρονης Ελλάδας, γράφτηκε και μία από τις τελευταίες σελίδες ελεύθερης αντίστασης απέναντι στη ναζιστική βαρβαρότητα.
Την άνοιξη του 1941 περισσότεροι από 62.000 άνδρες της Βρετανικής Κοινοπολιτείας φθάνουν στην Ελλάδα.
Βρετανοί.
Αυστραλοί.
Νεοζηλανδοί.
Κύπριοι.
Άνδρες από την Παλαιστίνη και την Ινδία.
Άνθρωποι διαφορετικών πατρίδων και γλωσσών, που βρέθηκαν εδώ για έναν κοινό σκοπό:
να υπερασπιστούν την ελευθερία απέναντι στον ολοκληρωτισμό.
Στις 6 Απριλίου οι γερμανικές δυνάμεις εξαπολύουν την επιχείρηση «Μαρίτα».
Η ναζιστική πολεμική μηχανή προελαύνει ταχύτατα.
Μετά τη μάχη των Θερμοπυλών και την ανατίναξη της γέφυρας της Κορίνθου, οι συμμαχικές δυνάμεις υποχωρούν προς τα λιμάνια της Πελοποννήσου.
Προς το Ναύπλιο, τη Μονεμβασιά, την Καλαμάτα.
Και τότε η Καλαμάτα παύει να είναι απλώς μια πόλη της νότιας Πελοποννήσου.
Γίνεται το τελευταίο μεγάλο λιμάνι της ελευθερίας στην ηπειρωτική Ελλάδα.
Το βράδυ της 26ης Απριλίου φθάνουν στην πόλη περίπου 15.000 άνδρες. Στρατιώτες, σκαπανείς, ναυτικοί, πρόσφυγες.
Άνθρωποι εξαντλημένοι που είχαν περπατήσει αμέτρητα χιλιόμετρα, είχαν βομβαρδιστεί και είχαν χάσει συντρόφους.
Και όμως έφθασαν εδώ.
Στην Καλαμάτα.
Λίγο μετά τα μεσάνυχτα, πλοία καταφέρνουν να απομακρύνουν χιλιάδες άνδρες.
Όμως χιλιάδες μένουν πίσω.
Το πρωί της 27ης Απριλίου αρχίζουν σφοδροί βομβαρδισμοί.
Οι άνδρες που δεν πρόλαβαν να φύγουν κρύβονται κάτω από τις ελιές.
Περιμένουν πλοία και τη σωτηρία τους.
Κι όμως…
δεν είναι νικημένοι.
Την ίδια ώρα, η Καλαμάτα δείχνει το πρόσωπο της ανθρωπιάς.
Οι Καλαματιανοί ανοίγουν σπίτια.
Δίνουν νερό και ψωμί.
Περιθάλπουν τραυματίες.
Στέκονται δίπλα σε ανθρώπους ξένους, που εκείνες τις ώρες έγιναν αδελφοί στον κοινό αγώνα της ελευθερίας.
Και έπειτα έρχεται η Δευτέρα 28 Απριλίου.
Η ημέρα της Μάχης της Καλαμάτας.
Οι γερμανικές δυνάμεις μπαίνουν στην πόλη και φθάνουν μέχρι το λιμάνι.
Και τότε ξεκινά η σύγκρουση.
Άνδρες κουρασμένοι και πεινασμένοι, άνδρες που λίγες ώρες πριν περίμεναν να σωθούν, σηκώνονται ξανά.
Παίρνουν όπλα.
Και μπαίνουν στη μάχη.
Μάχη δρόμο με δρόμο.
Σπίτι με σπίτι.
Σώμα με σώμα.
Η Καλαμάτα δεν παραδίδεται σιωπηλά.
Η Καλαμάτα γίνεται πεδίο αντίστασης.
Οι συμμαχικές δυνάμεις ανακτούν κρίσιμα σημεία του λιμανιού.
Ο δρόμος της διαφυγής φαίνεται να ανοίγει ξανά.
Και τότε έρχεται το πιο τραγικό σημείο αυτής της ιστορίας.
Τα πλοία βρίσκονται λίγα μίλια έξω από την Καλαμάτα.
Όμως η επιχείρηση εγκαταλείπεται.
Και χιλιάδες άνθρωποι μένουν πίσω.
Όταν γίνεται σαφές ότι δεν υπάρχει πια δυνατότητα εκκένωσης, λαμβάνεται η απόφαση της συνθηκολόγησης.
Χιλιάδες στρατιώτες αιχμαλωτίζονται.
Άλλοι διαφεύγουν προς τα χωριά της Μεσσηνίας και τη Μάνη.
Κάποιοι συνεχίζουν τον αγώνα στην Αντίσταση.
Κάποιοι δεν επιστρέφουν ποτέ.
Αυτή ήταν η Μάχη της Καλαμάτας.
Μια μάχη γενναία.
Μια μάχη τραγική.
Μια μάχη διεθνής.
Και όμως, για δεκαετίες, έμεινε χαμηλότερα από τη θέση που της αξίζει στη συλλογική μνήμη.
Εδώ ενώθηκαν λαοί.
Εδώ ενώθηκαν σημαίες.
Εδώ ενώθηκαν ανθρώπινες μοίρες κάτω από μία μεγάλη λέξη:
Ελευθερία.
Αυτό αποδεικνύει κάθε χρόνο και η παρουσία των απογόνων των μαχητών, που ταξιδεύουν από μακριά για να τιμήσουν τη μνήμη των προγόνων τους.
Για εμάς, η παρουσία τους αποτελεί τιμή.
Αλλά και υπενθύμιση.
Ότι αυτή η μνήμη δεν είναι τοπική.
Είναι διεθνής.
Και οφείλουμε να τη διαφυλάξουμε.
Γι’ αυτό και σήμερα η μνήμη δεν μπορεί να είναι μόνο τελετουργία.
Πρέπει να είναι και διεκδίκηση.
Η Μάχη της Καλαμάτας αξίζει ευρύτερη θεσμική αναγνώριση.
Αξίζει να αποκτήσει τη θέση που της αναλογεί στην εθνική ιστορική αφήγηση.
Αξίζει να αναδειχθεί στην εκπαίδευση, στην έρευνα και στον διεθνή διάλογο με τις χώρες των συμμάχων.
Όχι μόνο για λόγους τοπικής υπερηφάνειας.
Αλλά για λόγους ιστορικής δικαιοσύνης.
Η Καλαμάτα γνωρίζει από Ελευθερία.
Από εδώ, το 1821, ακούστηκε η πρώτη μεγάλη πνοή του ξεσηκωμού.
Και εδώ, τον Απρίλιο του 1941, γράφτηκε μία από τις τελευταίες πράξεις ελεύθερης αντίστασης απέναντι στη ναζιστική εισβολή.
Αυτό το ιστορικό νήμα δεν πρέπει να σπάσει.
Η Καλαμάτα κουβαλά μια βαριά παρακαταθήκη.
Όχι για να καμαρώνει απλώς.
Αλλά για να υπηρετεί τη μνήμη με ευθύνη.
Όπως την υπηρέτησαν όσοι κατέγραψαν και ανέδειξαν τα γεγονότα αυτής της ημέρας, με εμβληματική τη συμβολή του Νίκου Ζερβή.
Όπως τη διαφύλαξαν οικογένειες της πόλης μέσα στο σκοτάδι της εισβολής.
Όπως τη διαφυλάσσουν σήμερα οι απόγονοι, οι ερευνητές και οι τοπικοί φορείς.
Σήμερα, σε έναν κόσμο που δοκιμάζεται ξανά από πολέμους, βία και φανατισμό, η ιστορική μνήμη δεν είναι πολυτέλεια.
Είναι άμυνα της δημοκρατίας.
Είναι χρέος απέναντι στους νεκρούς.
Είναι πυξίδα για τους ζωντανούς.
Η Μάχη της Καλαμάτας μάς θυμίζει ότι η ελευθερία δεν είναι δεδομένη.
Η ειρήνη δεν είναι αυτονόητη.
Η δημοκρατία δεν αντέχει χωρίς μνήμη και εγρήγορση.
Σήμερα τιμούμε όλους όσοι πολέμησαν στην Καλαμάτα.
Τιμούμε τους πεσόντες.
Τους αιχμαλώτους.
Τους τραυματίες.
Τους άγνωστους στρατιώτες εκείνης της μεγάλης νύχτας.
Και μαζί τιμούμε τους απλούς ανθρώπους της Καλαμάτας.
Εκείνους που μέσα στη φωτιά του πολέμου κράτησαν ανοιχτή την πόρτα τους, ανοιχτή την καρδιά τους και όρθια την τιμή της πόλης.
Αιωνία η μνήμη των πεσόντων.
Αιωνία η τιμή στους αγωνιστές της ελευθερίας.
Και ας παραμένει η Καλαμάτα αυτό που της ορίζει η Ιστορία της.
Πόλη μνήμης.
Πόλη ευθύνης.
Πόλη ελευθερίας.
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΣΤΑ ΑΓΓΛΙΚΑ
Today, we stand with deep respect and emotion before the memory of a historic moment that has not received the place it deserves in the collective consciousness of the Nation, despite being one of the most dramatic and heroic moments of our modern history.
We stand before the memory of a battle that does not concern only Kalamata. It does not concern only Messenia. It does not concern only Greece.It concerns the collective memory of all the people who resisted Nazism.It concerns the very value of freedom.It concerns human dignity in the face of barbarism.
We refer to the Battle of Kalamata; the last major battle fought on mainland Greece during the German invasion of 1941. On 28 April 1941, here in Kalamata—in its streets, along the waterfront, at the harbour, among the olive groves and in Giannitsanika—an ending was written that did not carry the joy of victory, but bore the greatness of sacrifice. Here, in the city where the first page of freedom of modern Greece was written, one of the final pages of free resistance against Nazi barbarism was also written.
Ladies and gentlemen, in the spring of 1941 more than 62,000 men of the British Commonwealth arrived in Greece. British. Australians. New Zealanders. Cypriots. Men from Palestine and India. People of different homelands and languages, who found themselves here for a common purpose: to defend freedom against totalitarianism.
On 6 April, German forces launched Operation “Marita”. The Nazi war machine advanced rapidly. After the Battle of Battle of Thermopylae) and the destruction of the Corinth Canal bridge, Allied forces withdrew towards the ports of the Peloponnese — towards Nafplio, Monemvasia, and Kalamata. And then Kalamata ceased to be just a city in the southern Peloponnese. It became the last great port of freedom on mainland Greece.
On the night of 26 April, approximately 15,000 men arrived in the city — soldiers, sappers, sailors, refugees. Exhausted people who had marched countless kilometers, endured bombardments, and lost comrades along the way. And yet they reached here, to Kalamata.Shortly after midnight, ships managed to evacuate thousands of men. However, thousands were left behind. On the morning of 27 April, heavy bombardments began. Those who did not manage to escape hid beneath the olive trees, waiting for ships and for salvation. And yet… they are not defeated.
At the same time, Kalamata revealed its human face. The people of Kalamata opened their homes. They offered water and bread. They cared for the wounded. They stood beside strangers who, in those hours, became brothers in the common struggle for freedom.
And then came Monday, 28 April — the day of the Battle of Kalamata. German forces entered the city and reached the harbour, and then the clash began. Men who were exhausted and hungry, men who only hours earlier had been waiting for rescue, rose once again, took up arms, and entered the battle — street by street, house by house, hand to hand. Kalamata did not surrender in silence; it became a field of resistance.
The Allied forces recaptured critical points of the harbour, and the route of escape briefly seemed to open again. And then came the most tragic moment of this story: the ships were only a few miles off the coast of Kalamata, yet the evacuation operation was abandoned, leaving thousands behind. When it became clear that no further evacuation was possible, the decision to surrender was taken. Thousands of soldiers were taken prisoners; others escaped towards the villages of Messinia and Mani Peninsula; some continued the fight in the Resistance, and some never returned.
This was the Battle of Kalamata — a battle of bravery, tragedy, and international cooperation. And yet, for decades, it remained lower in collective memory than it deserves. Here, people were united. Here, flags were united. Here, human destinies were united under one great word: Freedom.
This is demonstrated every year by the presence of the descendants of the fighters, who travel from afar to honour the memory of their ancestors. For us, their presence is both an honour and a reminder: that this memory is not local, but international, and that we have a duty to preserve it. That is why today remembrance cannot be only a ceremonial act; it must also be a call for recognition. The Battle of Kalamata deserves broader institutional acknowledgment. It deserves its rightful place within the national historical narrative. It deserves to be highlighted in education, research, and international dialogue with the Allied nations — not only for reasons of local pride, but for reasons of historical justice.
Your Reverend Eminence, ladies and gentlemen, Kalamata knows what freedom means. From here, in 1821, the first great breath of the uprising was heard during the Greek War of Independence. And here, in April 1941, one of the last acts of free resistance against the Nazi invasion was written during the German invasion of Greece. This historical thread must not be broken. Kalamata carries a heavy legacy – not simply to take pride in it, but to serve its memory with responsibility, as it was served by those who recorded and highlighted the events of that day, with the emblematic contribution of Nikos Zervis, as it was preserved by families of the city in the darkness of the invasion, and as it is preserved today by descendants, researchers, and local institutions.
Today, in a world once again tested by wars, violence, and extremism, historical memory is not a luxury; it is a defense of democracy. It is a duty to the dead. It is a compass for the living. The Battle of Kalamata reminds us that freedom is never guaranteed, that peace is never self-evident, and that democracy cannot endure without memory and vigilance.
Today we honour all those who fought in Kalamata. We honour the fallen, the prisoners of war, the wounded, and the unknown soldiers of that great night. And we also honour the ordinary people of Kalamata, who, amid the fire of war, kept their doors open, their hearts open, and the honour of the city standing.
May the memory of the fallen be eternal.
May honour be eternal to the fighters of freedom.
And may Kalamata remain what history has defined it to be: a city of memory, a city of responsibility, a city of freedom.



