Έφυγε ο Σίντνεϊ Πουατιέ, ο πρώτος έγχρωμος ηθοποιός που πήρε Οσκαρ…

«Ήταν ένα μακρύ ταξίδι μέχρι να φθάσω σε αυτή τη στιγμή» δηλώνει, φανερά συγκινημένος, στις 13 Απριλίου του 1964 στην λαμπερή τελετή των βραβείων Όσκαρ, ο Σίντνεϊ Πουατιέ, ο πρώτος μαύρος ηθοποιός που κατέκτησε το χρυσό αγαλματίδιο του Α’ Ανδρικού Ρόλου.

Σήμερα, που έφυγε από τη ζωή, σε ηλικία 94 ετών, πλήρης ημερών και εμπειριών, το Χόλιγουντ αλλά και ο κόσμος ολόκληρος τον αποχαιρετά με συγκίνηση.

Λέει «αντίο» στον χαρισματικό πρωταγωνιστή της ταινίας «Κάτω από το Βλέμμα του Θεού», που ανακάλυψε πως η καλή ανταμοιβή δεν είναι πάντα υλική – κι ας ήταν αυτός ο ρόλος που τού χάρισε το Όσκαρ – , στο δημοφιλή ντετέκτιβ Βέρτζιλ Τιμπς από την εξαιρετική «Ιστορία ενός εγκλήματος», στον υπέροχο καθηγητή από το «Στο κύριο μας με αγάπη», στο γιατρό που μετατράπηκε σε ρατσιστή κακοποιό στο «Μίσος Προστάζει», στον τρυφερό Έντι από τον «Paris Blues» που παίζει τζαζ στο πλευρό του σπουδαίου Λούις Άρμστρονγκ, στον ταλαντούχο, τολμηρό, πεισματάρη αλλά και εξαιρετικά ευγενή καλλιτέχνη που διεκδίκησε και κατέκτησε μια όσο το δυνατόν ισότιμη θέση στον χώρο του με αυτή που για τους λευκούς συναδέλφους του ήταν εξαρχής δεδομένη.

«Ήρθα στο Χόλιγουντ όταν ήμουν 22 σε μια εποχή διαφορετική από τη σημερινή. Το 1949 η διαδρομή που έκανα θα θεωρούνταν αδύνατη» εξήγησε με νόημα το 2002 λαμβάνοντας το τιμητικό Όσκαρ για το σύνολο της προσφοράς του από τα χέρια του Ντένζελ Γουάσινγκτον, του δεύτερου ηθοποιού στην ιστορία που απέσπασε Όσκαρ Α΄ Ανδρικού Ρόλου 38 ολόκληρα χρόνια μετά από εκείνον! Ο λόγος που τον ώθησε σε αυτόν τον άνισο αγώνα; «Όταν ξεκίνησα, οι ρόλοι για τους μαύρους ηθοποιούς ήταν “πάντα αρνητικοί, χαζοί και πολύ αδύναμοι. Αυτό ήταν το υπόβαθρο όταν ήρθα πριν από 20 χρόνια και επέλεξα να μην συμμετάσχω στα στερεότυπα… Έχω τέσσερα παιδιά… Πηγαίνουν να δουν ταινίες όλη την ώρα, αλλά σπάνια βλέπουν τον εαυτό τους να αντανακλάται μέσα σε αυτές» είχε εξομολογηθεί ο ίδιος στο παρελθόν.
Στη συνέχεια βέβαια απέκτησε άλλες δύο κόρες, από τον δεύτερο γάμο του, οπότε είχε κι άλλους λόγους να δίνει τις μάχες του.

Και η αλήθεια είναι πως πάλεψε σκληρά για να καταφέρει να γκρεμίσει τις βαθιά ριζωμένες ρατσιστικές προκαταλήψεις και τα στεγανά, να πρωτοστατήσει στη δημιουργία διαφυλετικών ταινιών και να καθιερωθεί ως ένας σπουδαίος εκπρόσωπος του παγκόσμιου κινηματογράφου του 20ού αιώνα. Η διαδρομή του, προφανώς δεν ήταν εύκολη. Η πρώτη θεατρική απόπειρα του 17χρονου νεαρού που δούλευε λαντζέρης στη Νέα Υόρκη δεν στέφθηκε με επιτυχία. Δεν τραγουδούσε καλά, όπως οι περισσότεροι μαύροι και είχε μια ιδιαίτερη προφορά καθώς είχε μεγαλώσει στις Μπαχάμες. Δεν το έβαλε κάτω όμως. Και στην επόμενη σκηνική του εμφάνιση, ως πρωταγωνιστής αυτή τη φορά στη «Λυσιστράτη», κατάφερε να κερδίσει με το σπαθί του το χειροκρότημα.

Ήταν αυτός ο ρόλος που του άνοιξε διάπλατα το δρόμο προς τον κινηματογράφο καθώς εκεί τον ξεχώρισε ο τότε διευθυντής της 20th Century Fox και τον συμπεριέλαβε, το 1949, στο καστ της ταινίας «Το μίσος προστάζει» όπου υποδυόταν έναν γιατρό. Ακολουθούν τα «Η ζούγκλα του μαυροπίνακα», «Όταν σπάσαμε τις αλυσίδες» για την ερμηνεία του στην οποία απέσπασε την παρθενική του υποψηφιότητα για Όσκαρ, πέντε χρόνια πριν τελικά το κατακτήσει, «Βυθίσατε το Υποβρύχιο», «Τυφλός Άγγελος» αλλά και οι τρεις πιο εμπορικές ταινίες της καριέρας του, «Ιστορία ενός Εγκλήματος», «Μάντεψε Ποιος θα Έρθει το Βράδυ» και «Στον Κύριό μας, με Αγάπη».