«Η ιστορία ενός ΗΡΩΑ, που πολλοί δεν έμαθαν ποτέ την ιστορία του» – Η μαρτυρία της αδελφής του δολοφονημένου από τη χούντα αγωνιστή Παναγιώτη Ελή

στιςδολοφονείται εν ψυχρώ από τη χούντα, στον Ιππόδρομο στο Δέλτα του Φαλήρου, ο Παναγιώτης Ελής, ήρωας της Εθνικής Αντίστασης και μάρτυρας της Μακρονήσου. Είχε συλληφθεί και οδηγηθεί εκεί μαζί με άλλους αγωνιστές, από το πρωί της πρώτης μέρας του πραξικοπήματος, στις 21 του ίδιου μήνα.

 

Ο Παναγιώτης Ελής γεννήθηκε τον Μάη του 1922 στην Κομοτηνή. Με την κάθοδο των Βουλγάρων, οργανώνεται στην Αντίσταση. Συλλαμβάνεται το 1942 και στέλνεται όμηρος στη Βουλγαρία. Στις αρχές του 1943 μεταφέρεται μαζί με άλλους ομήρους στο Κουμάνοβο της Σερβίας, σε καταναγκαστικά έργα, μέχρι τη λήξη του πολέμου. Στο τέλος του 1946, σαν στρατιώτης, μετατίθεται στο Μεσολόγγι και από κει με άλλους συναδέλφους του, λόγω πολιτικών φρονημάτων, στη Μακρόνησο, το καλοκαίρι του 1947.

 

Στο “Σύρμα”, στην “Απομόνωση”, πλάι στη χαράδρα, όπου μεταφέρονταν όσοι δεν υπέκυπταν και δεν υπέγραφαν “δήλωση μετανοίας” βασανίζεται μαζί με συναγωνιστές του από αποκτηνωμένους αλφαμίτες και εγκληματίες αξιωματικούς, μερικοί από τους οποίους θα πρωτοστατήσουν στο πραξικόπημα του 1967.

 

Μετά το πραξικόπημα της 21 Απρίλη 1967, ο Ελής συλλαμβάνεται και εκτελείται. Είναι από τα πρώτα θύματα της δικτατορίας.

 

Η μαρτυρία της αδελφής του Παναγιώτη Ελή, Πιπίνας Ελή, για τα βιώματα του αγωνιστή στο κολαστήριο της Μακρονήσου, τη δολοφονία του από τον μαυροσκούφη αξιωματικό Κότσαρη και τη δική της εμπειρία στη συνέχεια, στην Ασφάλεια (Μπουμπουλίνας) εμπεριέχεται στο βιβλίο του δημοσιογράφου Θανάση Κάππου «Ενθύμια Μακρονήσου» (εκδόσεις Αλήθεια), και προδημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα fractalart.gr απ’ όπου την μεταφέρουμε.

 

 

Β’ Τάγμα Σκαπανέων Μακρονήσου. Ο Π. Ελής (τέταρτος από αριστερά), μαζί με άλλους συναγωνιστές του, όταν ζούσαν “μάγουλο με μάγουλο με το θάνατο”.

 

«Ο Παναγιώτης πήγε στρατιώτης τον Απρίλιο του 1946 στις μεταβιβάσεις στο Μεσολόγγι και μετά από λίγο καιρό καταδικάστηκε μετά από σύντομη δίκη σε θάνατο για δήθεν αποστολή και απόδραση φαντάρων με προορισμό το βουνό και τους αντάρτες.

 

Η ποινή του δεν εκτελέστηκε και μετατράπηκε σε φυλάκιση. Κρατήθηκε σε ένα μικρό ανήλιαγο μπουντρούμι για δύο μήνες και αμέσως μετά μεταφέρθηκε στην Μακρόνησο στο 2ο τάγμα όπου και τον είχαν σε αυστηρή απομόνωση. Ήταν κάπου στην χαράδρα με μόνη “παρέα” ένα δέντρο στο οποίο ανέβαινε όποτε έπιανε βροχή για να σωθεί και να προφυλαχθεί από τα ορμητικά νερά.

 

Πέρασε κάθε είδους βασανιστήρια με στόχο να του αποσπάσουνε δήλωση μετάνοιας και την γνωστή υπογραφή. Αυτός όμως από όσα είχαμε κατά καιρούς συζητήσει ήταν αποφασισμένος να μην κάνει με τίποτα δήλωση.

 

Τους έβγαζαν κάθε μέρα έξω και τους απειλούσαν με τα πάντα. Τους έκαναν εικονικές εκτελέσεις για να τους σπάσουν το ηθικό και να τους πάρουν την πολυπόθητη δήλωση.

 

Μια μέρα ένας συγκρατούμενος του στην “χαράδρα” o Χρήστος Ιακωβίδης, άρχισε να φωνάζει: “Ζήτω ο Ελής, θέλω να γίνω σαν κι αυτόν”.Toν πήραν αμέσως και άρχισαν να τον ξυλοκοπούν μέχρι θανάτου και όπως μου είχε πει ο Παναγιώτης το πόδι του έβγαζε για μια εβδομάδα αίμα.

 

Ο Παναγιώτης, μετά την Μακρόνησο μεταφέρθηκε στον Αι-Στράτη για “φιλοξενία”, με ένα μικρό ενδιάμεσο διάλλειμα περίπου δύο μηνών όταν είχε βγει με άδεια και ερχόμενος στην Κομοτηνή για κάποια κομματική δουλειά συνελήφθη την ίδια μέρα.

 

Στην Μακρόνησο, βοηθούσε όποιον και όπως μπορούσε κάνοντας το καθετί για να τον ξαλαφρώσει από τα απάνθρωπα βασανιστήρια. Εκεί, το 1948 προς το τέλος, αρχές του 1949 εάν θυμάμαι καλά το χρονικό διάστημα έγινε πολύ καλός φίλος με τον φοιτητή της Ιατρικής και μετέπειτα γνωστό πνευμονολόγο Άδωνι Τριανταφύλλη.

 

Ο Άδωνις είχε περάσει φρικτά βασανιστήρια στην Μακρόνησο για τους γνωστούς πολιτικούς λόγους όπως και όλοι που πήγαν στην Μακρόνησο, αλλά και για το γεγονός του ότι ήταν πρώτος ξάδερφος της Λένας Τριανταφύλλη ιδιαιτέρας γραμματέως του Κωνσταντίνου Καραμανλή μέχρι το τέλος της ζωής του. Μάλλον δεν μπορούσαν να του το συγχωρέσουν, δεν εξηγείται αλλιώς το τόσο μεγάλο μίσος εναντίον του.

 

Τον είχαν πραγματικά σακατέψει και ο Παναγιώτης έκανε ότι μπορούσε για να τον προστατέψει και να τον βοηθήσει.

 

Τον έσωσε μια φορά μετά από έναν άγριο ξυλοδαρμό μεταφέροντας τον σε μια σκηνή όπου υπήρχαν γιατροί και κάποια ελάχιστα φάρμακα για να μπορέσουν να του επουλώσουν τα τραύματα του και τις πληγές που είχε σε όλο του το σώμα.

 

Του έπαιρνε πολλές φορές το βαρύ ντενεκέ με τις πέτρες που του έδιναν να κουβαλήσει μέχρι την κορυφή του βουνού με γρήγορα βήματα και τον αντικαθιστούσε με τον δικό του που ήταν ελαφρύτερος. Αμέσως μετά, κυρίως ο Καραφώτης ορμούσε επάνω του σαν να ήταν “τυφλός” και δεν υπολόγιζε τίποτα θέλοντας να τον σακατέψει.

 

Την νύχτα που ξέσπασε η δικτατορία, αν και είμαστε κάπως έτοιμοι για το τι έρχεται ίσως δεν το είχαμε υπολογίσει σωστά αναφορικά με τον χρόνο εκδήλωσης, ήρθε ένας φίλος και μας χτύπησε το κουδούνι κατά τις τρεις τα ξημερώματα για να μας προειδοποιήσει για τα γεγονότα.

 

Τον Παναγιώτη τον συνέλαβαν και τον πήγαν στον Ιππόδρομο, όπου το βράδυ εκείνο είχαν πάει πολύ κόσμο και αν θυμάμαι καλά και κάποιους επώνυμους. Η δολοφονία του από τον ίλαρχο Κωνσταντίνο Κότσαρη υπεύθυνο για την φύλαξη των κρατουμένων εκείνη την μοιραία νύχτα δεν νομίζω πως ήταν σε καμία περίπτωση τυχαία.

 

Φοβόντουσαν πως αν τον ξαναστείλουν φυλακή και εξορία θα κάνει ξανά τα ίδια, βοηθώντας τον κόσμο που θα ήταν δίπλα του, τους συνεξόριστους, τους φίλους και τους συντρόφους του.

 

Για να καταλάβετε, θα σας πω το εξής τρομερό γεγονός: Ήθελα να κάνω ένα μικρό μνημόσυνο σαράντα μέρες μετά τον θάνατο του και καμία εκκλησία δεν μας δέχτηκε. Με πολύ ζόρι και κόπο βρέθηκε ένας παπάς στην εκκλησία του Αγίου Παύλου στον Κολωνό που μάλιστα έφτιαξε μόνος του τα κόλλυβα.

 

Απέναντι, υπήρχε ένα μικρό καφενείο το οποίο υπάρχει ακόμη και σήμερα, το οποίο τότε το είχε ένας φίλος του αδερφού μου ο Μάνθος και προθυμοποιήθηκε να κεράσει τον κόσμο καφέ. Όμως ο κόσμος που είχε έρθει στο μνημόσυνο δεν ήθελε και φοβόταν να βγει από την εκκλησία γιατί γύρω ήταν γεμάτο τανκς και ασφαλίτες.

 

Τα συμπεράσματα δικά σας.

 

Εγώ, μετά ταλαιπωρήθηκα πολύ αλλά δεν μετανιώνω για τίποτα. Στην Μπουμπουλίνας με ανέκρινε ο ίδιος ο Ιωαννίδης μαζί με τον Λάμπρου, λέγοντας διάφορα πράγματα για τον Παναγιώτη.

 

Εγώ δεν έκανα απολύτως τίποτα σε όλα αυτά, παρά να του “απαντώ” με ένα χαμόγελο. Δεν ήξερε τι να κάνει, ήθελε να με εξαφανίσει πραγματικά από προσώπου γης. Ήθελε να πέσει κάτω από το τραπέζι και να μην ξανασηκωθεί. Με μια μικρή όμως διαφορά: ήταν τόσο κοντός που τα πόδια του δεν έφταναν στο πάτωμα.

 

Μου έλεγε διάφορα για περισσότερες από δύο ώρες, ώσπου σε μια στιγμή δεν κρατήθηκα και του λέω: “Καλά όλα αυτά, αλλά τα πόδια δε φτάνουν μέχρι το πάτωμα”. Tι ήταν να το πω, κόντεψε να με σκοτώσει. Φώναζε, ούρλιαζε να με βγάλουν έξω και να μη με δει ποτέ ξανά στα μάτια του.

 

Όπως και όταν έγινε η δίκη του αδερφού μου, συνέβησαν και εκεί μερικά παράξενα-δυσάρεστα. Δικηγόρος του δολοφόνου του αδερφού μου ήταν ο Αλέξανδρος Λυκουρέζος. Όταν ήρθε η ώρα της δικής μου κατάθεσης, ακούω τον Λυκουρέζο πίσω μου να λέει: “Καλά κι αυτή είναι ίδια με τον αδερφό της”.

 

Την ίδια στιγμή ο πρόεδρος μου λέει: “Γύρνα πίσω για να δεις τον κατηγορούμενο και πες μου εάν τον αναγνωρίζεις”. Του απαντώ: “Δε γυρίζω, δε θέλω ούτε μια φορά στη ζωή μου να τον δω κατάματα”. «Θα σε βάλω φυλακή» μου λέει. «Κάνε ό,τι θες αλλα δεν θα μου πεις προς τα που να κοιτάω και ποιον να βλέπω…».

 

Αυτή είναι με πολύ λίγα λόγια η ιστορία του Παναγιώτη Ελή με πολύ λίγα λόγια. Η ιστορία ενός ΗΡΩΑ, που πολλοί δεν έμαθαν ποτέ την ιστορία του». Φεύγοντας με σταμάτησε στην πόρτα με κράτησε από το μπράτσο και μου είπε: “Να τα γράψεις στο βιβλίο όπως σου τα ΄είπα, αλλιώς δεν θα ’χει νόημα”.

 

Δείτε όλες τις σχετικές αναρτήσεις του περιοδικού για τον Παναγιώτη Ελή πατώντας εδώ.